Tuesday, September 18, 2018

Ὅταν ἁμαρτάνει τὸ παιδί ( Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης )

 

Τὸ σκοτάδι, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν βγάζει ποτὲ στὸ φῶς. Τὸ φῶς διαλύει τὸ σκοτάδι, διότι τὸ σκοτάδι εἶναι ἀνυπόστατο, δὲν ἔχει οὐσία. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις τὴν ὁποία πανσόφως ἐκμεταλλεύεται ὁ παντουργὸς Θεὸς γιὰ τὸ καλό μας, βγάζοντας καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καλό, ἀπὸ τὸ σκοτάδι φῶς.
Πῶς; Διὰ τῆς μετανοίας. Βλέπω τὴν κακία μου, τὴν ἁμαρτία μου, μετανοῶ, κλαίω, θρηνῶ, ὁδηγοῦμαι στὸν Θεόν, ἀναλαμβάνω τὶς εὐθύνες μου, νήφω, καρτερῶ, καὶ μέσα μου καλλιεργεῖται ὁ καινούργιος ἄνθρωπος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν μετάνοια.
Ἄρα, τὸ καλὸ δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ κακό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μετὰνοια, ποὺ εἶναι ἄλλος νοῦς, ὁ νοῦς ποὺ τὸν παρέχει ὁ Θεὸς μέσα στὴν καρδιά.




Ὅταν ἀνησυχῆ, λόγου χάριν, ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα, ἐπειδὴ ἁμαρτάνει τὸ παιδί, καὶ τὸ κτυπᾶ, ὁπωσδήποτε θὰ βγάλη ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Διότι, ἐὰν τὸ παιδὶ κάνη ἁμαρτίες, σημαίνει ὅτι ζητάει τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ τὰ βάλη μὲ σένα, ποὺ γίνεσαι κήρυξ τῆς ἀρετῆς. Καὶ τώρα μὲν φοβᾶται νὰ ἁμαρτήση, ἀλλὰ μόλις ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ σένα, θὰ ὁδηγηθῆ ἀμέσως στὸ κακό. Ἡ βία, τὸ κακό, δὲν μπορεῖ νὰ βγάλη καλό.

Πὲς λοιπὸν στὸ παιδάκι σου τὸ καλό, μάθε του τί εἶναι ὁ Θεός. Μίλησέ του ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς δικῆς σου καρδιᾶς, φώτισέ του λίγο τὴν συνείδησι μὲ τὴν δική σου λαχτάρα καὶ θεία ἐμπειρία, καὶ μπαίνοντας μέσα του ὁ Θεός, θὰ τὸν ἀγαπήση.

Μπορεῖ νὰ βρίζη, μπορεῖ νὰ κάνη ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἔχοντας τὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τόσο ἰσχυρά, ὁ Θεὸς τὰ καλλιεργεῖ καὶ βγαίνει ἡ καινούργια φύτρα, τὸ καινούργιο βλαστάρι, τὸ ὁποῖο δίδει καινούργια ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια.
Τὸ παιδὶ δηλαδὴ αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀφήνεις ἐλεύθερο, ἐπειδὴ τὸ σέβεσαι, ἐπειδὴ τοῦ εἶπες τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ τοῦ ἀπεκάλυψες τί ἔχει ἡ καρδούλα σου καὶ τί κόσμοι ὑπάρχουν μέσα σὲ αὐτήν, λέγει μετά: Μά, τί φρικτὴ ζωὴ ποὺ κάνω!
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία! «Ἀναστήσομαι καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὸν Πατέρα» (Λουκ. 15, 18). Καὶ ὁ βλαστὸς τῆς μετανοίας βγάζει τὸν καρπὸ τῆς καινῆς ζωῆς. Ἔτσι τὰ καταφέρνει ὁ Θεὸς νὰ βγάζη καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου τὴν σωτηρία.
Ὁ Ἰώβ, ἀπὸ τὴν κατάρα στὴν ὁποία εἶχε πέσει, ἔβγαλε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεκαινίσθη. Ὁ Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ, ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὶς ληστεῖες, ἔβγαλε τὴν καινούργια ἀσκητικώτατη ζωὴ καὶ ἔγινε ἀγνώριστος. Δὲν τὸν γνώρισαν κἄν οἱ παλαιοὶ σύντροφοί του καὶ οἱ ἄλλοι ληστὲς· τόσο «ἀνεκαινίσθη ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης του» (Ψαλμ. 102, 5), ἔγινε καινούργια ἡ ζωή του.
Ἑπομένως, μποροῦμε νὰ ποῦμε: Ὅποιος εἶναι θυμώδης, ἂς στρέψη ὅλον τὸν θυμό, ὅλη τὴν ἐσωτερικὴ ἔντασί του πρὸς τὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὴν εἰρήνη, πρὸς τὰ σωτήρια λόγια, πρὸς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», χρησιμοποιώντας ὅποιον τρόπο τὸν βοηθεῖ. Κάποιος τὸ ἔλεγε, κτυπώντας τὰ χέρια του.
Τὸν εἶδα καὶ τὸν ρώτησα: Τί κάνεις ἐκεῖ; Καὶ μοῦ ἀπήντησε: Εἶχα μάθει μὲ τὰ μηχανήματα νὰ κουνῶ τὰ χέρια μου καὶ δὲν μπορῶ τώρα νὰ κάνω ἀλλοιῶς. Μπράβο, τοῦ λέγω, συγχαρητήρια. Βλέπετε πῶς τὸ κακό, ὁ θόρυβος, ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο κακό, μπορεῖ νὰ βγάλη καὶ καλό; Κάποιος θαλασσινὸς τὸ ἔλεγε, ἔχοντας τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἔπιανε τὰ κουπιά, γι’ αὐτὸ καὶ κουνοῦσε τὰ χέρια του. Πραγματικὰ ἔπιανε τὸ κουπί, τὸν Χριστόν.
Ἄρα, τὸ πᾶν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσωμε. Ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Θεός, ὅ,τι μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅ,τι παθαίνομε μέσα μας καὶ γύρω μας, ὅλα εἶναι μεταγωγικὰ πρὸς τὸν Θεόν. Τόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μόνον τὰ ἀποβράσματα τοῦ ἐγώ μας δὲν εἶναι σωτήρια. Αὐτὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεόν.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Πηγή: εδώ

Sunday, September 16, 2018

Κοινωνᾶμε ἀλλά δέν κοινωνᾶμε! ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )



Μιά δαιμονισμένη ὁμολογοῦσε: “Ὅταν ἤμουν 13 χρονῶν, ἔβοσκα τά γελάδια σέ μιά ρεματιά καί ἐκεῖ βλαστήμησα τόν Χριστό καί τόν ἀντίχριστο καί δαιμονίστηκα, μπῆκε μέσα μου δαίμονας. Ἀπό τότε δέν εἶμαι καλά.

Παντρεύτηκα καί μέ πῆγε ὁ ἄντρας μου στήν Ἀγγλία, στήν Γερμανία, σέ ὅλους τούς γιατρούς. Οἱ γιατροί δέν βρῆκαν τίποτα. Δέν ξέρουν ὅτι ἔχω δαίμονα. Τώρα, μέ ἔφερε καί σέ σένα”.
»Τούς εἶπα, “ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία” καί φώναξε τό δαιμόνιο: “Ἐσύ δέν τά λές καλά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ὁ παπάς (ἕνας ἄλλος Ἱερέας ἐξ ἐγγάμων πού εἶχαν πάει πρωτύτερα) τά λέει καλύτερα. Μόνο μεταλαβιά (θεία Κοινωνία), δέν χρειάζονται διαβάσματα (ἐξομολόγηση) “.
»Εἴδατε, ἀδελφοί μου, πώς δέν τήν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος καί ὅτι ἡ θεία Κοινωνία δίχως ἐξομολόγηση δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα».

«Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»
Μιά κυρία ἀπό ἕνα χωριό, ἦρθε πρίν μερικά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶπε ὅτι ἦρθε στίς Ροβιές στό πανηγύρι καί κατά τό ἔθος κοινώνησε. Ὅμως, ἐνῶ κατάπιε τό “ζμί” (ζουμί–αἷμα Κυρίου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶμα Κυρίου) ἔμεινε κάτω ἀπό τήν γλῶσσα καί δέν μποροῦσε νά τό καταπιῆ. Πήγανε σέ ἕνα σπίτι, τούς κέρασαν καφέ καί παξιμάδι, τά ἔφαγε, ἀλλά τό κομματάκι δέν κατέβαινε. Τό εἶπε στήν γειτόνισσα καί τήν παρακάλεσε νά τό σκουντήση μέ τό χέρι της. Φύγανε ἀπό τίς Ροβιές. Στόν δρόμο εἴχανε ψωμί καί τυρί καί φάγανε σέ μιά πηγή πού σταματήσανε. Αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἀκόμα ἐκεῖ τό ψιχουλάκι καί αἰσθανόταν ὅτι μοσχοβολάει. Ἔβαλε τό δάκτυλο καί τό σκουντοῦσε καί αὐτό ἔβγαινε ἔξω πάλι στήν γλῶσσα της.
— Τί ἦταν αὐτό, π. Ἰάκωβε; μέ ρώτησε.
— Μήπως εἶχες κανένα ἁμάρτημα καί πῆγες νά κοινωνήσης καί δέν ἤσουν ἄξια καί ἱκανή νά πᾶς νά κοινωνήσης; Μήπως μέ καμμιά σου γειτόνισσα τά εἶχες χαλάσει;
— Ναί, παπά μου! Ἦρθε ἡ κόττα τῆς γειτόνισσας στήν αὐλή μου καί τήν ἔδιωξα λέγοντας “ἴσου! νά φᾶς τήν νοικοκυρά σου, νά ψοφήση ἡ νοικοκυρά σου!”. Καί ὕστερα σάν νά μέ φώτισε ὁ Θεός τό βράδυ καί μοῦ εἶπε: “Δέν πᾶς νά πάρης συγχώρηση ἀπό τήν γειτόνισσα;”. “Νά πάω”, εἶπα. Στόν δρόμο ὅμως πού πήγαινα, μοῦ εἶπε ὁ λογισμός: “Ἔ! δέν εἶναι τίποτα. Καί ἡ δική μου πάει σέ αὐτήν καί αὐτῆς ἔρχεται σέ μένα”.
»Βλέπετε τί τῆς εἶπε ὁ διάβολος; Καί ἐνῶ πῆγε νά κοινωνήση, δέν κοινώνησε, διότι εἶχε καταραστῆ τήν γειτόνισσά της».

«Καί μιά ἄλλη φορά, ἕνα παλληκάρι ἦρθε νά κοινωνήση καί δίσταζα λίγο μέσα μου νά τό κοινωνήσω. Φαίνεται θά εἶχε κάποιο πνευματικό κώλυμα. Ὅταν, λοιπόν, τό κοινωνοῦσα, ἕνας παρευρισκόμενος μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, εἶδε νά φεύγη ἀπό τήν ἁγία Λαβίδα μιά χρυσή λάμψη, νά περνᾶ πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί νά πάη πάνω στήν ἁγία Τράπεζα καί κάθησε ἐκεῖ. Μετά τήν ἀκολουθία, μοῦ τό εἶπε ὁ μοναχός καί μοῦ εἶπε ὅτι τό ἔβλεπε (τό παλληκάρι) μαῦρο στό πρόσωπο.


»Βλέπετε; Κοινωνᾶμε ἀλλά δέν κοινωνᾶμε! Γι᾽ αὐτό καί οἱ μάγοι καί οἱ αἱρετικοί μερικές φορές συνιστοῦν καί θεία Κοινωνία, ἀλλά φροντίζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκεφτοῦμε (γιά) νά προετοιμαστοῦμε σωστά».



ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ

Wednesday, September 12, 2018

Η ευχή προλαβαίνει πολλά κακά.... ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Η ευχή προλαβαίνει πολλά κακά.
 Όταν δεν έχει προσευχή ο άνθρωπος όλο οι άλλοι του φταίνε, ενώ όταν έχει την ευχή μέσα του, λέει ότι όλοι είναι αγιασμένοι και εγώ είμαι αμαρτωλός... Έρχεται μέσα του μια μεγάλη συμπάθεια και τον κάνει αρνάκι.

Γερόντισσα Μακρίνα

 

Thursday, September 6, 2018

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΖΩΗ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ Ιωάννη Μαξίμοβιτς.


Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος (από το Σύμβολο της Πίστεως).

'Απέραντη και απαρηγόρητη θα ήταν ή θλίψη μας για τούς αποβιώνοντας οικείους μας, εάν ο Κύριος δέ μας είχε δωρίσει αιώνια ζωή. Η ζωή μας θα ήταν άσκοπη εάν τελείωνε με το θάνατο. Ποίο όφελος θα είχαν τότε ή αρετή και οι καλές πράξεις; Σε τέτοια περίπτωση θα αποδεικνύονταν σωστοί όσοι λένε: «"Ας φάμε και ας πιούμε, γιατί αύριο θα πεθάνουμε!» Ο άνθρωπος, όμως, δημιουργήθηκε για νά ζήσει αιώνια, και ο Χριστός με την 'Ανάστασή του άνοιξε τις πύλες της Βασιλείας των ουρανών, της αιώνιας μακαριότητας για όσους έχουν πιστέψει σε Αυτόν και έχουν ζήσει σύμφωνα με τις εντολές Του. Η παρούσα ζωή μας είναι μία ετοιμασία για τη μελλοντική ζωή, προετοιμασία πού λήγε τον θάνατό μας. «'Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δέ τούτο κρίσης. (Προς Εβραίους 9,27). Τότε ο άνθρωπος εγκαταλείπει όλες τις εγκόσμιες φροντίδες. Το σώμα αποσυντίθεται, προκειμένου να εγερθεί εκ νέου κατά την γενική Ανάσταση.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

'Αλλά όταν αφήνει το σώμα ή ψυχή βρίσκεται ανάμεσα σε αλλά πνεύματα, αγαθά και πονηρά. Συνήθως έχει την τάση να πρόσκειται σε εκείνα που ειναι περισσότερο συγγενή με αυτήν στο πνεύμα, και εάν όσο καιρό βρισκόταν στο σώμα τελούσε υπό την επιρροή ορισμένων εξ` αυτών, θα παραμένει εξαρτημένη από τα ίδια πνεύματα όταν απομακρυνθεί από το σώμα, όσο δυσάρεστη κι αν είναι τελικά η συνάντηση μαζί τους.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΔΥΟ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Για διάστημα δύο ήμερων ή ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα νά επισκεφθεί τόπους πού της ήταν προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την τρίτη ήμέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.

ΤΑ ΤΕΛΩΝΙΑ

Την ώρα αυτή (την τρίτη ήμέρα), ή ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων πού παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις όποίες αυτά τά ίδια την είχαν παρασύρει.
Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τά επονομαζόμενα «τελώνια», Σε καθένα από τά όποία περνά από δοκιμασία κάποια μορφή αμαρτίας ή ψυχή, αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού διέλθει επιτυχώς από όλα τά τελώνια μπορεί νά συνεχίσει την πορεία της χωρίς νά απορριφθεί βιαίως στη γέννα.
Το πόσο φοβεροί εΙναι αυτοί οί δαίμονες και τά τελώνιά τους φαίνεται ατό γεγονός ότι ή 'ιδια ή Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατό Της, ικέτευσε τον Υιό Της νά διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τούς δαίμονες και, απαντώντας στην προσευχή Της, ο 'Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τούς ουρανούς για νά παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και νά την οδηγήσει στους ουρανούς. Φοβερή ειναι, πράγματι, ή τρίτη ήμέρα για την ψυχή τού απελθόντος, και για το λόγο αυτό ή ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για τη σωτηρία της.

ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΗΜΕΡΕΣ

Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τά τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον τού Θεού, ή ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ήμερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα πού θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ήμέρα καθορίζεται ή θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ήμέρες) σε μία κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μία κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιώνιων μαρτυρίων τά όποια θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί νά υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, Ιδιαιτέρως μέσω της ύπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ
Ό καθένας από εμάς πού επιθυμεί νά εκφράσει την αγάπη του για τούς νεκρούς και νά τούς βοηθήσει ουσιαστικά, μπορεί νά το επιτύχει προσευχόμενος υπέρ των ψυχών τους, και ειδικότερα μνημονεύοντας αυτούς στη Θεία Λειτουργία, όταν οί μερίδες πού τεμαχίζονται αποκόπτονται για ζώντες και νεκρούς αφήνονται νά πέσουν μέσα στό Αίμα του Κυρίου με τις λέξεις:
Απόπλυναν Κύριε τά αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματί σου τω Άγίω πρεσβείες της Θεοτόκου και πάντων σου των Άγίων. Αμήν.»
Δέ μπορούμε νά κάνουμε τίποτε καλύτερο ή σπουδαιότερο για τούς νεκρούς από το νά προσευχόμαστε γι' αυτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία. Το έχουν πάντα ανάγκη, ειδικά κατά τη διάρκεια εκείνων των σαράντα ήμερών όπου ή ψυχή του απελθόντος πορεύεται πρός τις αιώνιες κατοικίες. το σώμα δεν αισθάνεται τίποτε τότε. Δε βλέπει τούς οικείους πού έχουν συγκεντρωθεί δέ μυρίζει το ευωδιαστό άρωμα των λουλουδιών, δεν ακούει τούς επικήδειους.
Η ψυχή όμως αισθάνεται τις προσφερόμενες υπέρ αυτής προσευχές και ειναι ευγνώμων στους ανθρώπους πού τις απευθύνουν και βρίσκεται πνευματικός κοντά τους.
Ω συγγενείς και αγαπημένοι του νεκρού!
Πράξετε γι' αυτούς ότι έχουν ανάγκη και ότι ειναι εντός της δικαιοδοσίας σας. Δώστε τά χρήματά σας όχι για νά καλλωπίσετε εξωτερικά το φέρετρο και το μνήμα, αλλά για νά βοηθήσετε όσους το χρειάζονται, εις μνήμην των αγαπημένων σας πού έφυγαν από τη ζωή, για νά ενισχύσετε εκκλησίες, στις όποίες προσφέρονται προσευχές ύπέρ αυτών.
Ελεήστε τους νεκρούς, φροντίστε για τις ψυχές τους. Μας περιμένει όλους ο ίδιος δρόμος, και όταν κι εμείς βρεθούμε εκεί πόσο πολύ θα ευχόμαστε νά μας θυμάται κάποιος στις προσευχές του! Αξίζει λοιπόν νά ελεήσουμε εμείς οί ίδιοι τούς νεκρούς.
Αμέσως αφού αναπαυθεί κάποιος, καλέστε ή ενημερώσετε έναν ιερέα, ώστε νά διαβάσει τις «Προσευχές για την αναχώρηση τής ψυχής», τις όποίες ή 'Εκκλησία έχει ορίσει νά διαβάζονται πάνω από όλους τούς Ορθόδοξους Χριστιανούς μετά το θάνατό τους.
Προσπαθήστε, ει δυνατόν, νά τελέσετε την κηδεία στην εκκλησία και νά αναγνώσετε το Ψαλτήρι πάνω από τον απελθόντα μέχρι την κηδεία. . Η κηδεία δε χρειάζεται νά ειναι περίτεχνη, αλλά πρέπει απαραιτήτως να ειναι πλήρης, χωρίς συντομεύσεις- την ώρα εκείνη μη σκεφτείτε τον εαυτό σας και την άνεση σας, αλλά τον απελθόντα, από τον όποίο χωρίζεστε διά παντός. 'Εάν υπάρχουν ταυτόχρονα και άλλοι, απελθόντες πού αναμένουν κηδεία στην εκκλησία, μην αρνηθείτε εάν σας προταθεί νά τελέσετε την κηδεία για όλους μαζί ειναι καλύτερο νά τελείται μία κηδεία για δύο ή περισσότερους απελθόντες ταυτόχρονα, όταν οι προσευχές όλων των παρευρισκομένων προσφιλών προσώπων θα ειναι ιδιαιτέρως ένθερμες, παρά νά τελούνται ξεχωριστές διαδοχικές κηδείες και νά συντομεύονται οι λειτουργίες εξ αιτίας έλλειψης χρόνου και ενέργειας αφού κάθε λέξη της προσευχής για τον αναπαυθέντα ειναι ότι μία σταγόνα νερό για το διψασμένο. Κανονίστε οπωσδήποτε εκείνη την ώρα τά σχετικά με την τέλεση σαρανταλείτουργου, δηλαδή καθημερινή μνημόνευση στη Θεία Λειτουργία σε όλη τη διάρκεια των σαράντα ήμερών.
Συνήθως στους ναούς όπου τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, οί απελθόντες οι όποιοι έχουν κηδευτεί εκεί μνημονεύονται επί σαράντα και πλέον ήμέρες 'Εάν όμως ή κηδεία γίνει σε ναό που δεν τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, τότε οι ίδιοι οι συγγενείς θα πρέπει νά φρovτίσoυν νά ζητήσουν την τέλεση Το"4Οήμερου μνημόσυνου οπουδήποτε τελούνται Θείες λειτoυργίες.
Παρομοίως είναι καλό νά στέλνουμε εισφορές για μνημόνευση των νεκρών σε μοναστήρια, όπως και στα Ιεροσόλυμα, όπου καθημερινά διεξάγεται προσευχή στους Αγίους Τόπους. Αλλά ή διαδικασία της 40ήμερης δέησης ύπέρ των νεκρών πρέπει νά ξεκινήσει αμέσως μετά το θάνατο, όταν η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη βοηθείας από την προσευχή επομένως, θα πρέπει νά ξεκινούμε αυτό το μνημόσυνο στον κοντινότερο ναό όπου τελείται καθημερινώς Θεία Λειτουργία. Αξίζει λοιπόν να φροντίσουμε γι' αυτούς πού έφυγαν για τον άλλο κόσμο πριν από εμάς, προκειμένου νά κάνουμε ότι μπορούμε για τις ψυχές τους, ενθυμούμενοι ότι: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα ελεηθούν.»

Saturday, September 1, 2018

Τρία πράγματα μας χρειάζονται ! ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Τρία πράγματα μας χρειάζονται: 
το νου να τον έχουμε στον ουρανό,
 την καρδιά μας να την έχουμε θρόνο Θεού και το στόμα μας εκκλησία.
 Επίσης ταπείνωση και αγάπη, σύνεση και ευλάβεια, και αυταπάρνηση...


Γερόντισσα Μακρίνα

Wednesday, August 29, 2018

Μπορεῖ κανείς νά σωθῆ χωρίς πνευματικό καί χωρίς ἐξομολόγηση; ( Γέροντος Κλεόπα Ηλίε )



Όχι. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί, ούτε λαϊκοί ούτε μοναχοί ούτε κληρικοί, χωρίς την εξομολόγηση των αμαρτιών και χωρίς τη λύση από τον πνευματικό, κατά τον λόγο του Κυρίου που λέει: «λάβετε Πνεύμα Άγιον. Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς. Αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20, 23). Και σε άλλο χωρίο: «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ. Και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. 18, 18).
Επομένως, πώς θα μπει κανείς στη βασιλεία των ουρανών, μη όντας λελυμένος στη γη από τις αμαρτίες του; Διότι η εξουσία αυτή δόθηκε μόνο στους εκλεκτούς, δηλαδή στους Αποστόλους, στους Επισκόπους και στους Ιερείς, και όχι στους λαϊκούς.


Πρέπει όλοι να έχουμε τους πνευματικούς μας και να εξομολογούμεθα τακτικά, ακόμα και εκείνοι οι οποίοι νομίζουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. Ετσι μας διδάσκει ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης: «εάν είπωμεν οτι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ίω. 1, 8-9). Και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δείχνει λέγοντας: «Όλοι πρέπει να μετανοήσουμε, και λαϊκοί και μοναχοί και ιερείς και αρχιερείς. Να μετανοήσουμε όλοι (να εξομολογηθούμε), για να σωθούμε». Χωρίς εξομολόγηση, κανείς δεν μπορεί να σωθεί, επειδή «πολλά γαρ πταίομεν άπαντες» (Ιακώβου 3, 2). Πας άνθρωπος συλλαμβάνεται και γεννιέται με αμαρτίες (Γεν. 8, 21˙ Ψαλ. 50, 6˙ Ματθ. 7, 11˙ Ρωμ. 3, 11). Η Αγία Γραφή μας δείχνει ότι «η δε αμαρτία γεννά τον θάνατον» (Ιακ. 1, 15) και ότι «τίποτα ακάθαρτο δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών». Να ενθυμούμαστε ότι «αμαρτία είναι η καταπάτηση του νόμου του Θεού και ακαθαρσία ενώπιον Του», και ότι η οργή του Κυρίου έρχεται πάνω στους κακούς και αμαρτωλούς, οι οποίοι πεθαίνουν ανεξομολόγητοι και χωρίς μετάνοια. Οι αμαρτωλοί, δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας, στρέφουν την δίκαιη οργή του Θεού και αποκτούν την σωτηρία, των ψυχών τους….


http://orthodox-answers.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html

Saturday, August 25, 2018

Είθε ο Θεός να μάς αξιώσει να μας βρει η ώρα του θανάτου σε καλή πνευματική κατάσταση... ( Γερόντισσα Μακρίνα )


Είθε ο Θεός να μάς αξιώσει να μας βρει η ώρα του θανάτου σε καλή πνευματική κατάσταση. 
Να ικετεύουμε τους Αγγέλους μας, τους Αγίους μας και την Παναγία μας... 
Να γίνουμε ένας χορός, να ‘μαστε όλοι μαζί στον Παράδεισο.


Γερόντισσα Μακρίνα

Tuesday, August 21, 2018

Ο ασκητής και αναχωρητής ( Γεροντικό )



Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν και αποκάλυψιν εκ Θεου.


Και ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος, δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ και να ιδώ κανένα μυστήριον».

Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».

Ταύτα του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια». 
 
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας λη­στής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέ­ροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ. 
 
Διότι ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντί­δα και μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον παράδεισον». 
 
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κά­μνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώ­ρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα. 
 
Όμως ευχα­ριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως».


Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυ­μίας να πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του γέροντος να πίη. 
 
Και εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση. 
 
Και αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέ­σα εις τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν, εθαύμασε και εξεπλάγη. 
 
Και σηκώνοντας τα χέ­ρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φι­λάνθρωπε, εάν ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κά­τω. Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο».
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυ­τόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση. 
 
Λοι­πόν θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής. 
 
Και η ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον. 
 
Ήξευρε δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού, διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να μην έλθη έμ­προσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν. 
 
Από το Γεροντικό

Sunday, August 19, 2018

Δέν πρέπει οὔτε γιά ἀστεῖο νά ἐπικαλούμαστε τόν διάβολο



Στην Σκήτη του Αγ. Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει. Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει. Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.
Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο. Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις ; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις» ;
Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ΄ όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε : «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις ; Εδώ είμαι ΄ γω για να σε βοηθήσω».
Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.
Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε το διάβολο, ούτε για αστεία. Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο». Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.
Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή «ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα. Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14».

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄

Wednesday, August 15, 2018

Οἱ τελευταῖες στιγμές τῆς Παναγίας



Ἰωάννης ὁ Γεωμέτρης

Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἔδειξε στούς Ἀποστόλους, πού ἤδη τό γνώριζαν, τό σύμβολο τῆς ἀναχωρήσεώς της, τό φοίνικα, τούς μετέδωσε ἐπίσης εὐλογία καί ἀνάλογη παρηγοριά καί ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τήν ἔξοδό της καί τούς προθυμοποίησε γιά τό κήρυγμα, τούς εἶπε μέ λίγα λόγια ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς ἀποστολῆς τους. Ἔπειτα ἀσπάσθηκε τόν Πέτρο καί τούς ἄλλους Ἀποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα καί φίλοι καί μαθηταί τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου καί νά αἰσθάνεστε εὐτυχεῖς, πού ἀξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο καί Δεσπότη καί νά ὑπηρετεῖτε τέτοια μυστήρια καί νά μετέχετε τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων του, γιά νά γίνετε κοινωνοί τῆς δόξας καί τῆς Βασιλείας Του”.


Ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τά τελευταία γεγονότα, τούς ζήτησε νά ψάλλουν τούς ἐπιτάφιους ὕμνους, ἐνῶ Ἐκείνη ἄρχισε τίς πρός τόν Θεό εὐχαριστίες της. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Σέ εὐλογῶ”, ἔλεγε, “Δέσποτα καί Θεέ καί Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ προανάρχου σου Πατρός καί δικέ μου υἱέ, τῆς δούλης σου, γιά τήν φιλανθρωπία σου. Σέ εὐλογῶ, πού μᾶς λύτρωσες ἀπό τήν κατάρα καί μᾶς ἔδωσες τήν εὐλογία. Σέ εὐλογῶ τόν αἴτιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης, τῆς δυνατότητας νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα σου καί τό συνάναρχό σου καί ζωοποιό Πνεῦμα.

Σέ εὐλογῶ Λόγε, πού εὐλόγησες τήν κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αὐτὴ μέ ἀνέκφραστο τρόπο. Σέ εὐλογῶ, πού μέ τέτοιο τρόπο μᾶς ἀγάπησες ὥστε καί γιά μᾶς νά σταυρωθεῖς καί νά πεθάνεις. Σέ εὐλογῶ, πού κατέστησες μακαρία τήν κοιλιά μου καί πιστεύω ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα μοῦ ἔχεις μιλήσει». Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μετά ἀπό αὐτά τά λόγια ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ παράδοξη κάθοδος τοῦ Υἱοῦ της πού συνοδευόταν ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Πατριάρχες καί ὅλους τοὺς Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οἱ Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι καί ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ἀγγελικές δυνάμεις.

Τότε ὁ ἀέρας καί ὁλόκληρο τό σπίτι γέμισε. Ὅλα ἐκεῖνα πού ἡ Παρθένος προγνώριζε, τότε τά ἔβλεπε μπροστά της, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν μέρος ἀπό αὐτά τά θαυμάσια, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι ἡ δεύτερη κατάβαση ἔγινε ἐνδοξότερη καί φρικωδέστερη τῆς πρώτης, καί προφανεστέρα γιά ὅσους εἶχαν ὅραση πνευματική. Δέν ἦσαν μόνον παρόντα τά κατώτερα ἀγγελικά τάγματα καί δυνάμεις, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ καί οἱ Θρόνοι παρευρίσκονταν μέ φόβο, ἱεραρχικά σύμφωνα μέ τήν τάξη τους.

Ἔβλεπαν μέ φόβο ὄχι μικρότερο (ἴσως μεγαλύτερο θά ἔλεγα, ἄν ἐπιτρεπόταν), γεμάτοι ἔκπληξη γιά τήν δεύτερη κένωση καί συγκατάβασή του. Ὅ,τι ἔγινε ἄλλοτε γιά χάρη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τώρα γιά μιὰ μόνο ψυχή, γιά μιὰ μόνον γυναίκα γινόταν ἕνα τέτοιο θαῦμα. Ἡ συνοδεία ἦταν λαμπρή καί πολυάριθμη, ὅπως ἅρμοζε γιά τήν ἄφιξη τοῦ Δεσπότη καί τήν ἀναχώρηση τῆς Δέσποινας, ἀλλά ἡ θέαση αὐτῶν πού γίνονταν, ὅπως ἤδη εἶπα, γινόταν μόνον ἀπό τούς καθαρούς, ἄν καί ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη ἦταν ἀκατανόητη καί σ’ αὐτούς τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἦσαν γεμάτοι ἀπό τή δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα τους.

Παρευρισκόταν ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ σῶμα καί μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη τῆς ἀστραπῆς καί τῆς λάμψεώς της, ἀπό ὅ,τι στό Θαβώρ, ἀλλά μικρότερη τῆς φυσικῆς της λαμπρότητας ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν σάν νεκροί. Ὁ Κύριος ἀμέσως τούς λέγει, “εἰρήνη ὑμῖν”, ὅπως ἄλλοτε ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στό ἴδιο σπίτι πού μαζεύτηκαν καί τότε καί τώρα, τό σπίτι τοῦ Ἰωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Σήμερα τούς συγκέντρωσε αὐτή πού γέννησε τόν Κύριο, ἡ ὁποία καί κατοικοῦσε σ’ αὐτό μέ τόν ἀγαπημένο καί παρθένο μαθητή του, τό δεύτερο καί θετό υἱό της. Ἀκούοντας οἱ Μαθητές αὐτήν τή γλυκειά, τήν ἤρεμη καί γνώριμη φωνή, πῆραν θάρρος στό σῶμα καί στή ψυχή καί, ὅσο τούς ἦταν δυνατό, ὕψωσαν τά μάτια τους πρός τόν ἥλιο, τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος χαμήλωνε λίγο τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολῆς του καί τούς περιέλαμπε μέ μικρότερο φωτισμό. Ἀλλά ἄς σταθοῦμε λίγο στά ἐπιθανάτια τῆς Παρθένου.

Ἡ ψυχή της βρίσκεται σέ μία μεγάλη συγκίνηση καί σχεδόν σκιρτᾶ καί προφθάνει ἀσυγκράτητη καί τρέχει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα ὥστε τό γρηγορότερο νά βρεθεῖ μέ τόν Υἱό της καί νά προσπέσει στά χέρια του καί νά ἀναχώρησει μαζί του. Πῶς ἦταν δυνατό νά ὑπομείνει αὐτή τή χαρά, ὅπως τή λύπη τόν καιρό τοῦ Πάθους, καί πῶς ἐμεῖς νά μήν ἐπιθυμοῦμε νά ποῦμε πώς αὐτή δέν πέθανε, ἄν καί δέν τό λέμε αὐτό, γιά νά μήν ποῦμε πρωτάκουστα διδάγματα. Δάκρυσε, καί πάλι ἔγινε ἀνώτερη τῶν δακρύων ἀπό τή μεγάλη εὐτυχία καί τό παράδοξο θέαμα, ὅταν εἶδε μέ σῶμα ἐκεῖνον, πού λίγο παλιότερα τόν εἶδε νά σύρεται, νά καθυβρίζεται καί νά κτυπιέται, ἐνῶ περιβαλλόταν ἀπό τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, ἀπό τόση λαμπρότητα καί τόση δόξα. Ἔβλεπε τό πρόσωπο καί τή μορφή ἐκείνου, πού ἄλλοτε τόν κορόιδευαν καί τόν ἔφτυναν, πού ἦταν ντυμένος τήν κόκκινη χλαίνα τῆς ντροπῆς, νά περιβάλλεται τώρα μέ τόση ἀξία καί λαμπρότητα. Αὐτόν πού δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε ὀμορφιά, τώρα νά ἀστράφτει ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς θεότητάς του.

Ἔβλεπε τόν ἄλλοτε νεκρό πού καταδικάστηκε σάν ἀντίθεος, Θεό καί Βασιλέα καί Κριτή τῶν πάντων, ἀθάνατο καί ἀνίκητο. Ὤ, πῶς ζοῦσε καί πάλι μέσα στίς ἀντιθέσεις, ὅπως τόν καιρό τῆς Σταυρώσεως. Τό ὅραμα τή γέμιζε εὐφροσύνη, χαιρόταν ὑπερβολικά ἡ ψυχή της, ἀλλά συστελλόταν ἐπειδή ἀναχωροῦσε πρός ἐκείνη τή δόξα καί λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογοῦσε περισσότερο ἀπό πρίν ἐκεῖνον πού τήν δόξασε. Προσευχόταν γιά τούς Ἀποστόλους καί γιά ὅλους τοὺς παρόντες, ἱκέτευε γιά τούς πιστούς ὅλης τῆς γῆς ἤ μᾶλλον γιά ὅλο τόν κόσμο καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν σταυρωτῶν. Ζητοῦσε νά λάβει ἀπό τό Δεσπότη κάποιο λόγο ἤ κάποιο σημεῖο ὡς ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τους, ἁπλώνοντας ἱκετευτικά τά χέρια ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα τόν ἀγκαλίαζε, κινώντας τή γλώσσα καί τά χείλη μέ τά ὁποῖα τόν ἀσπαζόταν, θυμίζοντας τόν θηλασμό του, καί κλαίοντας ἀπό εὐτυχία, ἔκαμε τό πᾶν, λέγοντας ἀποχαιρετιστήριους λόγους καί προσευχές.

Τότε ἀρχίζουν τήν ὑμνωδία οἱ Ἄγγελοι καί ὅλοι μένουν ἀκίνητοι καί ἐκστατικοί, ὄχι ἀπό φόβο ἀλλά ἀπό χαρά. Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιφωνοῦν μέ τή δική τους ψαλμωδία, καί ἔτσι, περνώντας ἀπό τό πανάγιο στόμα ἡ ὑπεραγία ψυχή της, σάν σέ ὕπνο, παραδίδεται στόν Υἱόν της, ξεφεύγοντας τούς πόνους τοῦ θανάτου, ὅπως τούς διέφυγε καί κατά τήν γέννηση ἤ μᾶλλον μέ τήν ἴδια καί μεγαλύτερη χαρά καί ὅπως τότε, ὅταν ἀνέκφραστα γεννιόταν ἀπ’ αὐτή ὁ Υἱός καί Θεός της, καί τώρα πού αὐτή πήγαινε πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μπροστά της ὄχι μόνο νοερά ἀλλά καί αἰσθητά.

Ἀμέσως ὅλοι οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νά ψάλλουν, καί μετά τοῦ πνεύματος μέν ἔβγαινε κάποια ἄφθονη καί ἀνεξήγητη εὐωδία, ἐνῶ τό σῶμα περιβαλλόταν ἀπό πλούσιο καί ἀπλησίαστο φῶς, ὥστε καί ὁ ἀέρας γέμισε ἀπό ἤχους καί ἄσματα, περισσότερο ὅμως ἀπό τήν εὐχάριστη εὐωδία, τό δέ σῶμα ἀκτινοβολοῦσε ἀπό παντοῦ, ὥστε νά γίνεται κάπως ἀθέατο. Ἔτσι λοιπόν διαμοιράζονται τήν Παρθένο, οἱ μαθητές καί ὁ Διδάσκαλος, τά ἐπίγεια καί τά οὐράνια, ὅπως καί μετά ἀπό λίγο ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος. Ὁ Κύριος καί τά γύρω ἀπό αὐτόν λειτουργικά πνεύματα πῆραν τή ψυχή, ἐνῶ οἱ μαθητές τό σῶμα.

Πηγή:Αγία Ζώνη