Wednesday, August 15, 2018

Οἱ τελευταῖες στιγμές τῆς Παναγίας



Ἰωάννης ὁ Γεωμέτρης

Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἔδειξε στούς Ἀποστόλους, πού ἤδη τό γνώριζαν, τό σύμβολο τῆς ἀναχωρήσεώς της, τό φοίνικα, τούς μετέδωσε ἐπίσης εὐλογία καί ἀνάλογη παρηγοριά καί ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τήν ἔξοδό της καί τούς προθυμοποίησε γιά τό κήρυγμα, τούς εἶπε μέ λίγα λόγια ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς ἀποστολῆς τους. Ἔπειτα ἀσπάσθηκε τόν Πέτρο καί τούς ἄλλους Ἀποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα καί φίλοι καί μαθηταί τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ μου καί νά αἰσθάνεστε εὐτυχεῖς, πού ἀξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο καί Δεσπότη καί νά ὑπηρετεῖτε τέτοια μυστήρια καί νά μετέχετε τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων του, γιά νά γίνετε κοινωνοί τῆς δόξας καί τῆς Βασιλείας Του”.


Ἀφοῦ τούς μίλησε γιά τά τελευταία γεγονότα, τούς ζήτησε νά ψάλλουν τούς ἐπιτάφιους ὕμνους, ἐνῶ Ἐκείνη ἄρχισε τίς πρός τόν Θεό εὐχαριστίες της. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Σέ εὐλογῶ”, ἔλεγε, “Δέσποτα καί Θεέ καί Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ προανάρχου σου Πατρός καί δικέ μου υἱέ, τῆς δούλης σου, γιά τήν φιλανθρωπία σου. Σέ εὐλογῶ, πού μᾶς λύτρωσες ἀπό τήν κατάρα καί μᾶς ἔδωσες τήν εὐλογία. Σέ εὐλογῶ τόν αἴτιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης, τῆς δυνατότητας νά γνωρίσουμε τόν Πατέρα σου καί τό συνάναρχό σου καί ζωοποιό Πνεῦμα.

Σέ εὐλογῶ Λόγε, πού εὐλόγησες τήν κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αὐτὴ μέ ἀνέκφραστο τρόπο. Σέ εὐλογῶ, πού μέ τέτοιο τρόπο μᾶς ἀγάπησες ὥστε καί γιά μᾶς νά σταυρωθεῖς καί νά πεθάνεις. Σέ εὐλογῶ, πού κατέστησες μακαρία τήν κοιλιά μου καί πιστεύω ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα μοῦ ἔχεις μιλήσει». Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μετά ἀπό αὐτά τά λόγια ἀκολούθησε ἀμέσως ἡ παράδοξη κάθοδος τοῦ Υἱοῦ της πού συνοδευόταν ἀπό τούς Προφῆτες, τούς Πατριάρχες καί ὅλους τοὺς Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οἱ Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι καί ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ἀγγελικές δυνάμεις.

Τότε ὁ ἀέρας καί ὁλόκληρο τό σπίτι γέμισε. Ὅλα ἐκεῖνα πού ἡ Παρθένος προγνώριζε, τότε τά ἔβλεπε μπροστά της, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν μέρος ἀπό αὐτά τά θαυμάσια, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι ἡ δεύτερη κατάβαση ἔγινε ἐνδοξότερη καί φρικωδέστερη τῆς πρώτης, καί προφανεστέρα γιά ὅσους εἶχαν ὅραση πνευματική. Δέν ἦσαν μόνον παρόντα τά κατώτερα ἀγγελικά τάγματα καί δυνάμεις, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ καί οἱ Θρόνοι παρευρίσκονταν μέ φόβο, ἱεραρχικά σύμφωνα μέ τήν τάξη τους.

Ἔβλεπαν μέ φόβο ὄχι μικρότερο (ἴσως μεγαλύτερο θά ἔλεγα, ἄν ἐπιτρεπόταν), γεμάτοι ἔκπληξη γιά τήν δεύτερη κένωση καί συγκατάβασή του. Ὅ,τι ἔγινε ἄλλοτε γιά χάρη ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τώρα γιά μιὰ μόνο ψυχή, γιά μιὰ μόνον γυναίκα γινόταν ἕνα τέτοιο θαῦμα. Ἡ συνοδεία ἦταν λαμπρή καί πολυάριθμη, ὅπως ἅρμοζε γιά τήν ἄφιξη τοῦ Δεσπότη καί τήν ἀναχώρηση τῆς Δέσποινας, ἀλλά ἡ θέαση αὐτῶν πού γίνονταν, ὅπως ἤδη εἶπα, γινόταν μόνον ἀπό τούς καθαρούς, ἄν καί ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη ἦταν ἀκατανόητη καί σ’ αὐτούς τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους πού ἦσαν γεμάτοι ἀπό τή δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα τους.

Παρευρισκόταν ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ σῶμα καί μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη τῆς ἀστραπῆς καί τῆς λάμψεώς της, ἀπό ὅ,τι στό Θαβώρ, ἀλλά μικρότερη τῆς φυσικῆς της λαμπρότητας ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν σάν νεκροί. Ὁ Κύριος ἀμέσως τούς λέγει, “εἰρήνη ὑμῖν”, ὅπως ἄλλοτε ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στό ἴδιο σπίτι πού μαζεύτηκαν καί τότε καί τώρα, τό σπίτι τοῦ Ἰωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Σήμερα τούς συγκέντρωσε αὐτή πού γέννησε τόν Κύριο, ἡ ὁποία καί κατοικοῦσε σ’ αὐτό μέ τόν ἀγαπημένο καί παρθένο μαθητή του, τό δεύτερο καί θετό υἱό της. Ἀκούοντας οἱ Μαθητές αὐτήν τή γλυκειά, τήν ἤρεμη καί γνώριμη φωνή, πῆραν θάρρος στό σῶμα καί στή ψυχή καί, ὅσο τούς ἦταν δυνατό, ὕψωσαν τά μάτια τους πρός τόν ἥλιο, τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος χαμήλωνε λίγο τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολῆς του καί τούς περιέλαμπε μέ μικρότερο φωτισμό. Ἀλλά ἄς σταθοῦμε λίγο στά ἐπιθανάτια τῆς Παρθένου.

Ἡ ψυχή της βρίσκεται σέ μία μεγάλη συγκίνηση καί σχεδόν σκιρτᾶ καί προφθάνει ἀσυγκράτητη καί τρέχει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό σῶμα ὥστε τό γρηγορότερο νά βρεθεῖ μέ τόν Υἱό της καί νά προσπέσει στά χέρια του καί νά ἀναχώρησει μαζί του. Πῶς ἦταν δυνατό νά ὑπομείνει αὐτή τή χαρά, ὅπως τή λύπη τόν καιρό τοῦ Πάθους, καί πῶς ἐμεῖς νά μήν ἐπιθυμοῦμε νά ποῦμε πώς αὐτή δέν πέθανε, ἄν καί δέν τό λέμε αὐτό, γιά νά μήν ποῦμε πρωτάκουστα διδάγματα. Δάκρυσε, καί πάλι ἔγινε ἀνώτερη τῶν δακρύων ἀπό τή μεγάλη εὐτυχία καί τό παράδοξο θέαμα, ὅταν εἶδε μέ σῶμα ἐκεῖνον, πού λίγο παλιότερα τόν εἶδε νά σύρεται, νά καθυβρίζεται καί νά κτυπιέται, ἐνῶ περιβαλλόταν ἀπό τόσες μυριάδες Ἀγγέλων, ἀπό τόση λαμπρότητα καί τόση δόξα. Ἔβλεπε τό πρόσωπο καί τή μορφή ἐκείνου, πού ἄλλοτε τόν κορόιδευαν καί τόν ἔφτυναν, πού ἦταν ντυμένος τήν κόκκινη χλαίνα τῆς ντροπῆς, νά περιβάλλεται τώρα μέ τόση ἀξία καί λαμπρότητα. Αὐτόν πού δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε ὀμορφιά, τώρα νά ἀστράφτει ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς θεότητάς του.

Ἔβλεπε τόν ἄλλοτε νεκρό πού καταδικάστηκε σάν ἀντίθεος, Θεό καί Βασιλέα καί Κριτή τῶν πάντων, ἀθάνατο καί ἀνίκητο. Ὤ, πῶς ζοῦσε καί πάλι μέσα στίς ἀντιθέσεις, ὅπως τόν καιρό τῆς Σταυρώσεως. Τό ὅραμα τή γέμιζε εὐφροσύνη, χαιρόταν ὑπερβολικά ἡ ψυχή της, ἀλλά συστελλόταν ἐπειδή ἀναχωροῦσε πρός ἐκείνη τή δόξα καί λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογοῦσε περισσότερο ἀπό πρίν ἐκεῖνον πού τήν δόξασε. Προσευχόταν γιά τούς Ἀποστόλους καί γιά ὅλους τοὺς παρόντες, ἱκέτευε γιά τούς πιστούς ὅλης τῆς γῆς ἤ μᾶλλον γιά ὅλο τόν κόσμο καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐχθρῶν καί τῶν σταυρωτῶν. Ζητοῦσε νά λάβει ἀπό τό Δεσπότη κάποιο λόγο ἤ κάποιο σημεῖο ὡς ἐγγύηση τῆς σωτηρίας τους, ἁπλώνοντας ἱκετευτικά τά χέρια ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα τόν ἀγκαλίαζε, κινώντας τή γλώσσα καί τά χείλη μέ τά ὁποῖα τόν ἀσπαζόταν, θυμίζοντας τόν θηλασμό του, καί κλαίοντας ἀπό εὐτυχία, ἔκαμε τό πᾶν, λέγοντας ἀποχαιρετιστήριους λόγους καί προσευχές.

Τότε ἀρχίζουν τήν ὑμνωδία οἱ Ἄγγελοι καί ὅλοι μένουν ἀκίνητοι καί ἐκστατικοί, ὄχι ἀπό φόβο ἀλλά ἀπό χαρά. Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιφωνοῦν μέ τή δική τους ψαλμωδία, καί ἔτσι, περνώντας ἀπό τό πανάγιο στόμα ἡ ὑπεραγία ψυχή της, σάν σέ ὕπνο, παραδίδεται στόν Υἱόν της, ξεφεύγοντας τούς πόνους τοῦ θανάτου, ὅπως τούς διέφυγε καί κατά τήν γέννηση ἤ μᾶλλον μέ τήν ἴδια καί μεγαλύτερη χαρά καί ὅπως τότε, ὅταν ἀνέκφραστα γεννιόταν ἀπ’ αὐτή ὁ Υἱός καί Θεός της, καί τώρα πού αὐτή πήγαινε πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μπροστά της ὄχι μόνο νοερά ἀλλά καί αἰσθητά.

Ἀμέσως ὅλοι οἱ Ἄγγελοι ἄρχισαν νά ψάλλουν, καί μετά τοῦ πνεύματος μέν ἔβγαινε κάποια ἄφθονη καί ἀνεξήγητη εὐωδία, ἐνῶ τό σῶμα περιβαλλόταν ἀπό πλούσιο καί ἀπλησίαστο φῶς, ὥστε καί ὁ ἀέρας γέμισε ἀπό ἤχους καί ἄσματα, περισσότερο ὅμως ἀπό τήν εὐχάριστη εὐωδία, τό δέ σῶμα ἀκτινοβολοῦσε ἀπό παντοῦ, ὥστε νά γίνεται κάπως ἀθέατο. Ἔτσι λοιπόν διαμοιράζονται τήν Παρθένο, οἱ μαθητές καί ὁ Διδάσκαλος, τά ἐπίγεια καί τά οὐράνια, ὅπως καί μετά ἀπό λίγο ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος. Ὁ Κύριος καί τά γύρω ἀπό αὐτόν λειτουργικά πνεύματα πῆραν τή ψυχή, ἐνῶ οἱ μαθητές τό σῶμα.

Πηγή:Αγία Ζώνη

Saturday, August 11, 2018

Διάλογος μεταξύ γέροντα και αθέου ( Γέροντας Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος )

Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μαο Τσε Τουγκ με την επιγραφή: "Δόξα στον μεγάλο Μάο". Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας. 

Γέροντας:
Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις. 

Άθεος:
Και σεις, παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.

Γέροντας:
- Ο Χριστός, παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει ζωή σε όλους μας. Αυτός που σ’ έφερε στον κόσμο και σου’ χει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη. 

Άθεος:
- Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε; 

Γέροντας:
- Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι; 

Άθεος:
- Βεβαίως. 

Γέροντας:
- Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα; 

Άθεος:
- … 

Γέροντας:
- Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται. 

Άθεος:
- Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων; 

Γέροντας:
- Μ’ αυτή την ερώτηση σου τίθεται το κριτήριο της αληθείας? διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι, δεν πρόκειται γιακαλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για τη μόνη αληθινή πίστη!
Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητος. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός. 

Άθεος:
- Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης, αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα… 

Γέροντας:
- Αχ, παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός.
Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες ότι είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε αποκηρύξουμε τον μέγιστο των ανθρώπων , τον αγιώτατο, τον ηθικώτατο, τον ευγενέστατο, τον ανυπέρβλητο, τον μοναδικό, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν όλα αυτά;
Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός» σου. Εδώ όμως σταματούν, και αυτός και οι όμοιοί του. Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!»
Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικωτέρα, την αγιωτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητος, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρωπίνης ιστορίας. 

Άθεος:
- Τι είπατε; 

Γέροντας:
- Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πράγματι μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητος;
Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διεκήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».
Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και τον Μωϋσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα» κ.τ.τ.[1]
Η συμπεριφορά, αντιθέτως, του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική, διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους του άλλους, θα έπρεπε να έχη ακόμα κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του[2]. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από την δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων.
Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο!
Πρώτα – πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωάν. η’ 46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. ιδ’ 30).
Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. η’ 12). «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ’ 6).
Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερώτερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος? και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι’ 37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς? και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς? και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου? ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι’ 17 κ.ε.).
Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι απ’ την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»; (Ιωάν. ιδ’ 6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνη αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να ‘λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει.
Για σκέψου, τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός!
Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητός Του αναγορεύθηκε η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Ή παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιώτερο τον απαισιώτερο, ή, για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχη λογική η συνύπαρξι απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητος μόνο όμως υπό την προϋπόθεσι ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιωτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται με βάσι αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!… 

Άθεος:
- Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν την Θεότητά του, έχετε; 

Γέροντας:
- Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητας Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέσθηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διέτασσε τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματα είναι η Ανάσταση Του.
Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ιε’ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός. 

Άθεος:
- Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πως τα πιστεύετε; 

Γέροντας:
- Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία.
Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πως ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για την μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστεύσω ως τίμιος άνθρωπος. 

Άθεος:
- Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεστε και τον κομμουνισμό; 

Γέροντας:
- Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής να θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή.
Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες κι άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Κι όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ό,τι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι’ «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α’ Ιωάν. α’ 1)[3].
Με βάση έναν πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασκάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια.
Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμία ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα[4].
Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλ. σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης.
Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πη κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλισαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφθή κάποιος.
Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή? ότι μας είπαν την αλήθεια.
Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους. 

Άθεος:
- Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίο έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός. 

Γέροντας:
- Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!».
Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα – πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει.
Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα.
Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα ‘πρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα.
Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο – και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε. 

Άθεος:
- Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλ. ιστορικοί, που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ. 

Γέροντας:
- Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάσταση Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λ.π. Πως είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! E, δεν γίνεται!
Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλ. οι μόνοιπραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι.
Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλ. που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.

Άθεος:
- Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση. 

Γέροντας:
- Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δη κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα!
Φαντάζεσαι καμία πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άϊ Νικόλα θα δη και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει.
Και κάτι ακόμη. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, το αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρόν της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστι δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρης ότι ο Παύλος με τα δεδομένα της εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρη τι του γίνεται.
Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού.
Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις’ 18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα;
Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως, όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφθηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον.. Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (α’ 48).
Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποιος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκράτειρες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιος ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευσι του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας;
Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σίμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι Του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς’ 13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πη κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμιά σημασία για τους πολλούς;
Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια. 

Άθεος:
- Ομολογώ ότι τα επιχειρήματα σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής. 

Γέροντας:
- Όχι, παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνη και να πη.
Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει.
Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ό,τι είχε να διδάξει, έπραξε ό,τι ήθελε να πράξη και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας.
Όσο για την εγκατάλειψι, την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσης τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί».
Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά.
Αξίζει τον κόπο να σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι» με τον τίτλο «Ερωτηματικά».
Είπα στον γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη,
που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι:
Πες μου, πατέρα μου, γιατί σε τούτη ‘δω τη σφαίρα
αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα;
Γιατί, σαν να ‘σαν δίδυμα, φυτρώνουμε αντάμα
τ’ αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα;
Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα
σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα;
Γιατί, προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει
και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τ’ αμύριστά του κάλλη,
μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει
κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’ αφήνει;
Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει
το στάχυ, ώσπου να γενή ψωμάκι και καρβέλι
και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο
πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο,
ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει
κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει;
Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία
να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία;
Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του
προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του:
Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη
κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι (=κέντημα).
Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν
την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε.
Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη
εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζη πρέπει.
Πρέπει σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα
που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα
και του Θεού το κέντημα απ’ την καλή κοιτάξης
και τότε… όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις!

Ο Χριστός, παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντέλειας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις, μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.


[Αναδημοσίευση από το βιβλίο: ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, «ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ»]

Thursday, August 9, 2018

Ομιλία περι υπακοής... ( Αρχιμ. Εφραίμ Ξηροποταμηνού )


Όταν ενθυμούμαι τα πρώτα μου βήματα στην μοναχική ζωή και αναπολώ εκείνη την ευλογημένη περίοδο, σκέπτομαι τις μικρές συμβουλές του γέροντός μου, εκείνες τις απλές νουθεσίες, που ήταν γεμάτες από δυνατά νοήματα, βγαλμένα από την πείρα και τα βιώματά του. Όταν τα φέρνω στο νου μου, βλέπω πόσο δυνατό θεμέλιο έγιναν για την μοναχική μου πορεία. Ήταν απλές συμβουλές γύρω από βασικά θέματα της μοναχικής ζωής και ιδία της υπακοής, όπως το «Ανέπαυσες τον Γέροντά σου, ανέπαυσες τον Θεό. Δεν ανέπαυσες τον Γέροντά σου, μήτε τον Θεόν ανέπαυσες», ή το «Ό,τι αρχή έβαλες, αυτή θα ακολουθήσης: καλή αρχή, κάλλιστον τέλος. κακή αρχή, κάκιστον τέλος» και άλλες πολλές τέτοιες πνευματικές νουθεσίες, που για μας ήταν, στην πρώτη φάσι της μοναχικής μας ζωής, αλλά και στην μετέπειτα, δύναμις πνευματική, πυξίδα που μας ωδηγούσε ασφαλώς στην πορεία την μοναχική, την ισόβια αυτή πορεία. Και πράγματι, στην μετέπειτα ζωή είδαμε πόσο αλήθεια είχαν τα απλά αυτά λόγια.

Ο Αββάς Παλάμων λέγει το εξής: Ο σωστός, ο τέλειος υποτακτικός ου χρήζει προσέχειν εντολάς Κυρίου. Δηλαδή η υπακοή αντικαθιστά όλες τις εντολές του Θεού. Και αυτό είναι μία μεγάλη αλήθεια και πραγματικότης, ότι ο σωστός υποτακτικός δεν έχει ανάγκη να προσέχη τίποτε άλλο, γιατί η υπακοή, σαν περιεκτική αρετή, τα έχει συγκεντρωμένα όλα μέσα της.

Λένε οι κοσμικοί άνθρωποι, κρίνοντες με την λογική τους και με τον υπερήφανο λογισμό, ότι η υπακοή στον μοναχισμό είναι ανασταλτική της προόδου, της δραστηριότητος, της αυτενεργείας, γιατί δεν υπάρχει η ελευθερία της δράσεως, η ελευθερία του να κάνη κάνεις ό,τι θέλει και έτσι ο μοναχός υφίσταται έναν πνευματικό ευνουχισμό. Αυτοί οι άνθρωποι, άγευστοι της πνευματικής ζωής, άμοιροι της γνώσεως του βιώματος και της πείρας των Πατέρων, κρίνοντες μόνο με το λογικό και την υπερηφάνεια, δεν μπορούν να μπούν στο πνεύμα και στο νόημα της υπακοής και λένε ότι μ' αυτήν την υποδούλωσι ο μοναχός καταστρέφεται.

Πόσον όμως είναι λανθασμένος ο λογισμός τους και πόσον είναι μακρυά από την αλήθεια των πραγμάτων! Όταν κανείς υποδουλώση τον εαυτό του για τον Χριστό πραγματικά, αποκτά πνευματική διάστασι, αποκτά μια ολόκληρη πνευματική φιλοσοφία μέσα του, αποκτά την πραγματική ελευθερία. Εκείνος που δουλεύει στο θέλημά του είναι δούλος στα πάθη του.

Πάρτε τον κοσμικό άνθρωπο. Πόσο αρρωστημένος είναι ψυχικά! Με την δήθεν εξωτερική ελευθερία του υποδουλώνεται στα πάθη και στις αδυναμίες. Και βλέπετε την κακοδαιμονία έξω. Δεν μπορείς να τον εγγίσης τον άλλο. οργίζεται, βλασφημεί, ταράσσεται, χολώνεται. Τόσα και τόσα πάθη δέρνουν την ανθρώπινη καρδιά εν ονόματι της δήθεν ελευθερίας.

Αντιθέτως, η φαινομενική υποδούλωσις στο θέλημα του Θεού δια του Γέροντος δίνει στον υποτακτικό την πραγματική ελευθερία των παθών, δίνει την υγεία στην ψυχή, ενώνει τις πνευματικές δυνάμεις που έχουν διασπασθή από την αλόγιστη ελευθερία, και τον κάνει να είναι ανώτερος από τις αρρώστειες που κατατρύ­χουν και παραμορφώνουν και ταλαιπωρούν την ψυχή. Γίνεται ελεύθερος στο πνεύμα, γίνεται ελεύθερος στις σκέψεις και στους λογισμούς, ξεφεύγει από αυτή την τυραννία. Με την Χάρι του Θεού και την χάρι της υπακοής ελευθερώνεται η καρδιά και ακόμη και το σώμα από την αισχρότητα. Γίνεται κύριος στα πάθη και όχι δούλος.

Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα που ίσως το ξέρετε, από το Γεροντικό, για έναν υποτακτικό, σωστό υποτακτικό, με ισχυρή πνευματική προσωπικότητα. Ένα από τα πάμπολλα, από τα μύρια παραδείγματα που αποδεικνύουν το τι ακριβώς κάνει η υπακοή.

Ήταν ένας νέος με μοναχική κλήσι. Βρήκε κάπου ένα γεροντάκι και υποτά­χθηκε. το θεώρησε σαν θέλημα Θεού. Αλλά αυτός ο Γέροντας, καίτοι ήταν Γέροντας, δεν ήταν σωστός στη ζωή του. Ο υποτακτικός έμαθε σαν εργόχειρο να πλέκη ζεμπίλι. Έπλεκε την ημέρα το ζεμπιλάκι του, το πρωί το έπαιρνε ο Γέροντας, πήγαινε στο πρώτο κεφαλοχώρι, το πουλούσε και πήγαινε σ' ένα καφενείο, όπου έτρωγε, έπινε και ξώδευε όλα τα χρήματα. Στο τέλος αγόραζε και λίγο ψωμί και το πήγαινε στον υποτακτικό. Αυτό συνέβαινε όχι μία και δύο ήμερες, αλλά χρόνια ολόκληρα.

Επόμενο ήταν στον λογισμό του υποτακτικού να ανεβούνε σκέψεις: «Αυτός ο άνθρωπος δεν στέκεται σωστά. Παίρνει τον κόπο μου και τον σπαταλά και χάνει την ψυχή του». Όμως δεν στάθηκε σ' αυτούς τους λογισμούς. Έγινε ανώτερός τους, γιατί είχε καταλάβει τον σκοπό του. «Εγώ δεν ήρθα να δουλέψω άνθρωπο» σκεφτόταν, «ήρθα να δουλέψω τον Θεό και να σωθώ. Εμένα μ' ενδιαφέρει να κάνω υπακοή και αυτό θα με σώση. Λοιπόν, κάνε το διακόνημά σου και μη βλέπης τί κάνει ο Γέροντας». Αυτή βέβαια η υπομονή του, αυτή η απόλυτη υπακοή του, τον είχαν πλουτίσει με πολλή χάρι και πολλή εσωτερική εργασία και θεωρία, ώστε να προσεύχεται και για τον Γέροντά του.

Μετά από χρόνια, ένα πρωινό, λέει με πολλή ταπείνωσι και παράκλησι στον Γέροντά του: «Γέροντα, σε παρακαλώ πολύ, σήμερα μη φύγης, γιατί θα έρθουν κάτι δικοί μου άνθρωποι και σε παρακαλώ να είσαι κι εσύ εδώ». Ο Γέροντας είπε: «Να καθήσω». Πέρασε το πρωί, έφθασε το μεσημέρι, άρχισε να ανησυχή ο Γέροντας, γιατί άρχισε να ενεργή και το πάθος. Τόσα χρόνια τέτοιο πάθος, ήθελε να τρέφεται καθημερινά. Του λέει: «Παιδί μου, δεν βλέπω κανέναν να έρχεται. θα φύγω». Έβλεπε άλλωστε ότι τελείωσε και το ζεμπίλι και ήθελε να το πάρη να πάη εκεί που συνήθιζε. «Γέροντα, σε παρακαλώ κάνε λίγη υπομονή. Θα έρθουν οπωσδήποτε», του λέει ο υποτακτικός. Ο Γέροντας λοιπόν περίμενε.

Το απογευματάκι έλαμψε το πρόσωπο του υποτακτικού και λέει στον Γέροντα: «Γέροντα, ήρθαν οι δικοί μου άνθρωποι!» Ο Γέροντας δεν έβλεπε τίποτε, δεν καταλάβαινε τίποτε. Οι «δικοί του άνθρωποι», οι δικοί του φίλοι με τους οποίους νοερώς συνανεστρέφετο ήσαν άγγελοι Θεού, οι οποίοι την προηγουμένη ημέρα του ανήγγειλαν ότι θα τον έπαιρναν. Λέει ο Γέροντας: «Παιδί μου, εγώ δεν βλέπω κανέναν». Έβλεπε μόνον το πρόσωπο του υποτακτικού του που έλαμπε. Μετά από λίγο ο υποτακτικός σταύρωσε τα χέρια του και μ' αυτή την φωτεινότητα και ιλαρότητα παρέδωσε την ψυχή του στους αγγέλους, για να την οδηγήσουν στον θρόνο του Θεού.

Τότε κατάλαβε ο Γέροντας και άρχισε να τον ελέγχη η συνείδησις: «Τί έκανα! Σκότωσα τον άνθρωπό μου, τόσα χρόνια να τον ταλαιπωρώ, να τον αφήνω μόνον, να τον αφήνω νηστικό, να του φέρωμαι άσχημα. Τί έκανα ο ταλαίπωρος! Είμαι ένας δολοφόνος...» και τόσα άλλα, όσα ξέρει να λέγη η συνείδησις, όταν αρχίζη να ελέγχη.

Κάποιος γνωστός ασκητής του υποτακτικού του βλέπει σε όραμα μία ημέρα τον υποτακτικό αυτό γονατισμένο μπροστά στον θρόνο του Θεού να προσεύχεται και να λέγη: «Κύριε, εάν εγώ σώθηκα, σώθηκα από αυτόν τον άνθρωπο. Γιατί αυτός με τα όσα μου έκανε χάλκευσε μέσα μου και δυνάμωσε την υπομονή, την υπακοή, την ανεξικακία και τόσες άλλες αρετές και έγινε αφορμή να σωθώ. Σε παρακαλώ, Κύριε, ρίξε ένα βλέμα φιλάνθρωπο σ' αυτόν τον άνθρωπο και δώσε του μετάνοια». Και πράγματι, ο Γέροντας ήρθε σε πολύ μεγάλη, σε βαθιά μετάνοια. Έχτισε ένα καλυβάκι δίπλα στον τάφο του υποτακτικού του και μετά από καιρό εκοιμήθη και επήγε κοντά του.

Αυτά είναι τα μεγάλα θαύματα, αυτά είναι τα μεγάλα κατορθώματα των υποτακτικών, οι οποίοι αποκτούν την ελευθερία και ενώνονται δια της προσευχής με τον Θεό.

Η πείρα των Γερόντων, η πείρα τόσων αιώνων μοναστικής ζωής λέγει: «Ανέπαυσες τον Γέροντά σου, ανέπαυσες τον Θεό. Δεν ανέπαυσες τον Γέροντά σου, ούτε τον Θεόν ανέπαυσες». Ο Γέροντας αναλαμβάνει πάνω στους ώμους του όλη την ευθύνη των ψυχών χωρίς μισθό, χωρίς καμμία υποχρέωσι. Τα διαθέτει όλα, μέρα-νύχτα δαπανά και εκδαπανάται. Κάνεις δεν μπορεί να γνωρίση την κρυφή ζωή ενός Γέροντος -τους στεναγμούς, τα δάκρυα, την προσευχή, τον μόχθο και τις πίκρες που ποτίζεται. Από το πρωί που θα σηκωθή έως την ώρα που θα κλείση τα μάτια -κι αν τα κλείση- αναλώνεται και λειώνει και απλώνει την αγάπη του σε όλους και σταυρώνεται καθημερινά, ένας άνθρωπος, για να μπορέσουν να αναστηθούν ψυχικά οι άλλοι.

Δεν θέλει καμμία αναγνώρισι, αλλά είναι κάποια μικρή απαίτησις να μην πικραίνεται. Όταν πικραίνεται ο Γέροντας, πικραίνεται και ο Θεός. Από την Πα­λαιά και την Καινή Διαθήκη η τιμή στους κατά σάρκα γονείς είναι μεγάλη υπόθεσις: Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης. ο κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω. Εάν είναι επιταγή και θεία εντολή η τιμή στους σαρκικούς γονείς, πόσο μάλλον θα πρέπη να τιμούμε τους πνευματικούς! Εκείνοι μας γεννούν σωματικά, ενώ ο πνευματικός γονεύς μας αναγεννά και μας ανασταίνει πνευματικά. Αυτή η τιμή δεν σταματά στον Γέροντα, αλλά διαβαίνει προς τον Θεό. Ο Γέροντας έχει μέσα στον μοναχισμό αποστολική διαδοχή, είναι διάδοχος των Αποστόλων. Ο Κύριος είπε: Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθε­τεί. ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με. «Όποιος κάνει υπακοή σε σας, εμένα υπακούει, λέγει ο Κύριος, και όποιος αθετεί, όποιος σας παρακούει, παρακούει εμένα». Επομένως, ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για τον Θεό και όχι για τον άνθρωπο. Ο Θεός έβαλε τον Γέροντα σαν ορατή εικόνα για να τον υπακούουμε, γιατί δεν έχουμε τον Κύριο μπροστά μας να του κάνουμε υπακοή.

Ο Γέροντας δεν κερδίζει τίποτε από την δική μας προσπάθεια, τον αγώνα και την υπακοή σ' αυτόν, παρά μόνο κόπο και μόχθο, αγωνία, αγώνα, συμβουλές και πίκρες. αυτά είναι ο κλήρος και ο μισθός του. Επομένως, το συμφέρον μας είναι να ευαρεστήσουμε τον Θεό δια του Γέροντος κάνοντας κατά το δυνατόν απόλυτη υπακοή, διότι αυτό είναι το κέρδος μας, αυτή είναι η επιτυχία μας η αιώνια. Εάν κανείς επιτύχη σε όλα, αν αριστεύση σε όλα, αποτύχη όμως στην βάσι, αποτύχη στο θεμέλιο της υπακοής, τότε είναι όλα άχρηστα. Εκείνο που ζητάει ο Θεός και θα ζητήση και στην κρίσι του είναι το κατά πόσον εμείς κάναμε υπακοή.

Η υπακοή έχει πάρα πολλά πνευματικά κέρδη. Το κυριώτερο όμως είναι το ότι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την δυναστεία των παθών και έρχεται σε άμεση σχέσι και επαφή με τον Θεό. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ότι ο όντως υποτακτικός εξομοιούται τω Υιώ του Θεού, γίνεται όμοιος, εξισώνεται με τον Υιόν του Θεού. Άλλωστε, η σωτηρία μας τί είναι; Είναι υπόθεσις υπακοής. Ο Κύριος έκανε υπακοή στον Πατέρα Του και δεν ήρθε να κάνη το δικό του θέλημα αλλά το θέλημα του πέμψαντός αυτόν Πατρός. Γι' αυτήν την υπακοή και την ταπείνωσι του έδωσε ο Θεός το όνομα Ιησούς και σ' αυτό το όνομα φρίττουν οι δαίμονες.

Ο μέγας Βαρσανούφιος λέει μια μικρή προτασούλα και είναι τόσο μεγάλη αλήθεια, γιατί μόνον αλήθειες με την Χάρι του Αγίου Πνεύματος ανέφεραν οι Πατέρες: Μοναχός παρήκοος, υιός διαβόλου. Γιατί; Διότι κάνει τα έργα του διαβόλου. Πόσα και πόσα παραδείγματα έχουμε δει και έχουμε ζήσει σε αυτά τα λίγα χρόνια, μοναχών οι οποίοι έκαναν το θέλημά τους, έκαναν παρακοή και τελικά αστόχησαν και ή έφυγαν στον κόσμο ή, κι αν έμειναν, είναι αποτυχημένοι και φυτοζωούν σέρνοντας τα κουρέλια των παθών.

Όποιος αγωνίζεται και εργάζεται σωστά στον δρόμο του Θεού, στον δρόμο που τον κάλεσε ο Θεός, έχει την συναντίληψι και την βοήθεια του ίδιου του Θεού με τη Χάρι Του και την βοήθεια των αγίων Αγγέλων και των Αγίων του Θεού. Ιδιαίτερα αυτή η Χάρις του Θεού απλώνεται σε όσους έχουν την ιδιαίτερη τιμή και την ιδιαίτερη εύνοια να είναι υποτακτικοί. Αυτό μπορώ να το βεβαιώσω και να το σφραγίσω και να το υπογράψω από την πείρα μου στην υπακοή.

Ο μοναχός ο υποτακτικός είναι ο πιο ευλογημένος και ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, όταν βέβαια το θέλη. Είναι ο πιο ελεύθερος και πιο ανεύθυνος άνθρωπος πάνω στη γη, εκείνος που έχει τις μεγαλύτερες προϋποθέσεις να προχωρήση στον δρόμο τον πνευματικό, να προχωρήση στις αρετές, να γεμίση από αγάπη, να γνωρίση τον Θεό και να έρθη σε μία αίσθησι και σε μία προσωπική επαφή μαζί Του. Το βάρος που δένει τον άνθρωπο και τον κρημνίζει και τον κάνει να μην μπορή να προχωρήση είναι η ευθύνη, η μέριμνα, η πολυπραγμοσύνη και η πολυκτημοσύνη. Βασικωτάτη προϋπόθεσις για να προχωρήση κανείς, για να ανεβή έναν ανήφορο, είναι να μην έχη βάρος. Και αυτό το βάρος, εάν το θέλη, ήδη το έχει αποθέσει ο υποτακτικός, αφ' ης στιγμής έβαλε τον εαυτό του στην υπακοή του Θεού. Για τί άλλο έχει να μεριμνήση ο υποτακτικός εκτός από την ψυχή του, εκτός από το να πετάξη τα πάθη, να γνωρίση την Χάρι του Θεού με την απερίσπαστη προσευχή κατά το δυνατόν, να αγκαλιάση όλους τους πατέρες και όλο τον κόσμο με την προσευχή του, να αγωνισθή με τα συγκεκριμένα πάθη που βλέπει ότι χρειάζεται να δώση το κέντρο βάρους του αγώνος, να γνωρίση την περιοχή των δακρύων, της κατανύξεως, της φιλαδελφίας, του ταπεινού φρονήματος;

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αυτός ο μεγάλος Πατέρας του μοναχισμού, που με τόση διεισδυτικότητα αναλύει τις αρετές και τις κακίες κλιμακωτά και κάνει μία βαθιά ανατομία στην καρδιά του κάθε ανθρώπου και ιδιαίτερα του μοναχού, μέσα στο μοναδικό αυτό βιβλίο, την Κλίμακα, αναφέρει: καν νεκρούς ο ευγνώμων υπήκοος αναστήση, καν δάκρυον κτήσηται, καν απαλλαγήν πολέμων, λογίζηται πάντως ως η του πνευματικού πατρός ευχή τούτο πεποίηκε. και μένει αυτός αλλότριος από της ματαίας οιήσεως. Κάνεις από τους ανθρώπους, είτε ησυχαστής είναι αυτός είτε πνευματικώς δυνατός, δεν μπορεί να καθηλώση και να ποδοπατήση την οίησι και την υπερηφάνεια, παρά μόνον ο υποτακτικός. Και εάν η υπερηφάνεια και η οίησις είναι εκείνη η οποία μπαίνει τροχοπέδη στη ζωή μας, με την υπακοή μας δίνεται η μεγάλη αυτή δυνατότης να την ποδοπατήσουμε. Λέει ο άγιος ότι, κι αν αποκτήση ο υποτακτικός δάκρυα -που είναι ένα μεγάλο χάρισμα του Θεού, δια του οποίου γίνεται η απόπλυσις από τις αμαρτίες και η διά της μετανοίας επίγνωσις του Θεού, η καθαρότης, η αίσθησις του πλούτου της χάριτος του Θεού- κι αν απαλλαγή από τα πάθη, κι αν αναστήση νεκρούς ή κι αν κάνη θαύματα, σκέπτεται και συλλογίζεται ότι αυτό το έκανε η ευχή του Γέροντός του και έτσι αυτός μένει ξένος από την μάταιη και ολέθρια οίησι.

Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωσι μία μικρή περικοπή από τα Εκατό Κεφάλαια
του αγίου Διαδόχου Φωτικής που λέει το εξής:

«Η υπακοή μεταξύ των βασικών αρετών έχει αποδειχθή ότι κατέχει την πρώτην θέσιν. Διότι ανατρέπει προηγουμένως την οίησιν και γεννά εν συνεχεία την ταπεινοφροσύνην. Ως εκ τούτου γίνεται εις αυτούς που ευχαρίστως την δέχονται, θύρα που οδηγεί στην αγάπη του Θεού. Αυτήν την υπακοήν αθέτησεν ο Αδάμ και εκρημνίσθη εις τα βάθη του Άδου. Την υπακοήν ηγάπησεν ο Κύριος κατά την ενανθρώπισίν του, υπακούσας μέχρι σταυρώσεως και θανάτου εις τον Θεόν Πατέρα, χωρίς με την θυσίαν του να ηλαττώθη σε τίποτε η θεία μεγαλειότης του. Και αυτό το έκαμε διά να ανατρέψη το κακόν της παρακοής του Αδάμ διά της υπακοής του και διά να επαναφέρη εις την μακαρίαν και αιωνίαν ζωήν εκείνους που θα ζήσουν με υπακοήν. Εκείνοι λοιπόν που θέλουν να παλέψουν με την διαβολικήν οίησιν, πρέπει κυρίως να βάλουν ως αρχήν την υπακοήν. Διότι αυτή θα υποδείξη εις ημάς σταδιακώς, κατά τρόπον απλανή, τας οδούς όλων των αρετών».

Είναι μεγάλη υπόθεσις, πατέρες μου, η υπακοή. Δεν είναι κάτι παραμικρό. Είναι το θεμέλιο και η σκεπή του σπιτιού. Ούτε χωρίς θεμέλιο μπορεί να σταθή ένα σπίτι, αλλά ούτε και χωρίς σκεπή. Δεν θα αγαπήση κάνεις γνήσια και ειλικρινά τον Θεό ούτε τους ανθρώπους ούτε τους αδελφούς του, εάν δεν περάση από την πόρτα της υπακοής. Όπως αναφέρει ο Κύριός μας στο Ευαγγέλιο, ότι όποιος δεν περνάει από την πόρτα στην αυλή των προβάτων δεν είναι ο ποιμήν, αλλά είναι ο ληστής και ο κλέπτης, έτσι και όποιος δεν περάση από την υπακοή, δεν σκύψη, δεν ταπεινωθή, δεν μπορεί να αγαπήση. Θα αγαπήση συμφεροντολογικά ή υποκριτικά, θα αγαπήση για άλλους λόγους, όχι όμως θεϊκά, ειλικρινά, πηγαία. Δεν θα αγαπήση πνευματικά. Όταν κανείς μπη μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα, μπη σ' αυτό τον χώρο της πνευματικής αγάπης του Θεού, τότε αισθάνεται και γεύεται άλλα πράγματα. Αλλοιώνεται με την Χάρι του Θεού κατά τέτοιο τρόπο, που συναλλοιούται και η αίσθησις, ο νους και η γνώσις και όντως θεολογεί, δηλαδή λέγει λόγια Θεού, σκέφτεται και κινείται και αισθάνεται θεϊκά.

Αλλ' όμως για να φθάσουμε σ' αύτη την κατάστασι, πατέρες μου, χρειάζεται να καταβάλουμε το τίμημα του αγώνος μας, τον κόπο τον πνευματικό που κατέβαλαν όλοι οι άγιοι Πατέρες. Αν δεν συντριφθή το υπερήφανο φρόνημά μας, αν δεν μάθουμε το «Ευλόγησον» και «Νάναι ευλογημένο» δεν γίνεται τίποτε. Και πρέπει να το μάθουμε στην πράξι, όχι άλλα να λέμε με τα χείλη και άλλα να έχη η καρδιά. Γιατί τον Γέροντα μπορεί να τον ξεφεύγουμε, τον Θεό όμως ποιος μπορεί να τον ξεφύγη; Μερικές φορές έχω διακρίνει άλλα να λέη ο αδελφός με τα χείλη και άλλα να έχη μέσα η καρδιά. Να πονηρεύεται και να έχη δόλο. Αλλού να αποβλέπη και με κρυψίνοια να συγκαλύπτη τις πράξεις του και να θέλη να εξα­πατήση τον γέροντά του. Βέβαια ο Θεός φωτίζει τον Γέροντα και του δίνει μία άλλη αίσθησι, για να καταλαβαίνη αυτή την πονηρία και την δολιότητα, αλλά αλλοίμονο σ' εκείνον ο οποίος συμπεριφέρεται σκολιά.

Ο υποτακτικός, όταν πράγματι αγωνίζεται σωστά, περιβάλλεται από τον Θεό με μία ιδιαίτερη χάρι, που ο ίδιος μεν δεν την καταλαβαίνει, αλλά την αντανακλά αισθητώς εις τους άλλους. είναι, όπως τον ονομάζουμε, χαριτωμένος. Έχει μία ιδιαίτερη πνευματική ομορφιά, γιατί είναι ευλαβής άνθρωπος, έστω κι αν έχη πάθη, έστω κι αν έχη αδυναμίες.

Γι' αυτό, πατέρες μου, ας επιμεληθούμε την υπόθεσι αυτή την μεγάλη της υπακοής, για να μας σκεπάση το έλεος του Θεού και να μπορέσουμε να αισθανθούμε την Χάρι του Θεού εδώ σ' αυτή την προσωρινή, την περαστική μας ζωή, αλλά και να κερδίσουμε ιδιαίτερα, με τις ευχές των οσίων Πατέρων, τον ευλογημένο Παράδεισο, που είναι η πραγματική και μόνιμη και φωτεινή και μακαρία πατρίδα μας.
* Αποσπάσματα από απομαγνητοφωνημένη ομιλία προς τους πατέρας της μονής.


"ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ"
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΗ 12-13

Monday, August 6, 2018

Νά εἶσαι , ὄχι νά φαίνεσαι! Νεανικά ζητήματα.



Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος
Καλοί μου φίλοι, δὲν ξέρω, ἂν τὸ ἔχετε προσέξει. Σήμερα δίνεται πολὺ μεγάλη σημασία στὸ «φαίνεσθαι» καὶ ἐλάχιστη ἢ καὶ καθόλου στὸ «εἶναι». Δηλαδὴ στὸ ποιὸς εἶσαι ἐξωτερικὰ καὶ καθόλου στὸ ποιὸς εἶσαι ἐσωτερικά! Αὐτὸ ποὺ μετράει, εἶναι ἡ ἐξωτερική σου εἰκόνα καὶ καθόλου ἡ ἐσωτερική.
Ἢ μὲ ἄλλα λόγια δίνεται βάση στὸ περιτύλιγμα καὶ καθόλου στὸ περιεχόμενο, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι καὶ ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων.
Βλέπετε ἡ κοινωνία μας σήμερα δίνει ἰδιαίτερη σημασία στὸ λεγόμενο «πρεστίζ», ἀκόμη δὲ καὶ σʼ ἐκεῖνο τὸ καπιταλιστικὸ «ἔχειν» καὶ σχεδὸν καθόλου στὸ ποιοὶ εἴμαστε πραγματικά. Δηλαδὴ δίνει βάση στὸ προσωπεῖο καὶ τὴ μάσκα, ποὺ φορᾶς κι ὄχι στὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο κι αὐτὸ ποὺ ὄντως εἶσαι!
Κι ἐμεῖς ἐνεργώντας σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ αὐτὴ τί κάνουμε; Μὰ τὰ πάντα γιὰ τὴν εἰκόνα μας πρὸς τὰ ἔξω!
Κι ὄχι μόνο δὲν κάνουμε κάτι γιὰ τὸ μέσα, δηλαδὴ γιὰ τὴν ἴδια μας τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ψυχή μας, ἀλλὰ τὰ θυσιάζουμε κιόλας αὐτὰ γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τούτη τὴν εἰκόνα μας πρὸς τὰ ἔξω. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅλα μᾶς παρασύρουν στὸ νὰ μὴ ἐξετάζουμε καὶ νὰ μὴ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ βάθος τῶν πραγμάτων.
Ζοῦμε μόνο γιὰ τοὺς γύρω μας, γιὰ τὸ τί θὰ ποῦν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς. Ὁπότε «φαίνεσαι» πρὸς τὰ ἔξω ὅτι «εἶσαι» κάποιος, ὅταν οὐσιαστικὰ δὲν εἶσαι τίποτα!
* * *
Ἀλλʼ αὐτὸ δὲν εἶναι κι ἕνα ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἁμαρτίας; Δηλαδή, νὰ κομπάζει καὶ νὰ δείχνει πὼς μονάχα αὐτὴ ὑπάρχει τάχα καὶ κανένας ἄλλος! Τῆς δὲ ἀρετῆς τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα εἶναι τὸ ἀντίθετο ἀκριβῶς! Ὅτι δηλαδὴ πὼς αὐτὴ δὲν ὑπάρχει! Εἴδατε ποτὲ ἕναν ἐνάρετο νὰ λέει πὼς εἶναι κάποιος σπουδαῖος; Μάλιστα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ τὸ κάνει αὐτό, τότε πραγματικὰ μὲ τίποτα δὲν εἶναι. Τί διαφορὰ λοιπόν!
Ὁ Χριστὸς σὲ κανένα δὲν εἶπε «οὐαί», δηλαδὴ «ἀλλοίμονο». Οὔτε στοὺς τελῶνες οὔτε στὶς πόρνες οὔτε καὶ στὴν ὁποιοδήποτε ἄλλο ἁμαρτωλό. Μάλιστα σὲ ὅλους αὐτοὺς ἔδειξε ἰδιαίτερη συμπάθεια κι ἔφαγε μαζί τους. Καὶ ὅλους τοὺς μετέβαλε τὸ «εἶναι» καὶ τοὺς ἔκανε Ἁγίους. Ποῦ εἶπε τὰ τόσα «οὐαὶ» καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς μεταβάλλει; Μὰ στοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς. Γιατί; Ἐπειδὴ ἔξω «φαίνονταν» ὡραῖοι, δηλαδὴ ἅγιοι τάχα καὶ εὐσεβεῖς, ἐνῶ στὸ βάθος ἦταν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο! Ὑποκριτὲς ὅλοι τους...
Αὐτὴ δὲ ἡ κατάστασή τους, τοὺς ἐμπόδισε καὶ νὰ Τὸν προσεγγίσουν καὶ νὰ βελτιωθοῦν. Καὶ πῶς τοὺς παρομοίασε; Σὰν τοὺς καλλιμάρμαρους καὶ ὡραιότατους τάφους, ποὺ ἐξωτερικὰ μὲν εἶναι ὁλόλαμπροι, μέσα ὅμως; Ἀκριβῶς αὐτὸ κάνει καὶ ἡ ἐποχή μας ποικιλοτρόπως. Μᾶς αὐξάνει πολὺ τὴν ἐξωτερικὴ «ὡραιότητα» καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἐσωτερική μας σήψη! Κι ὅταν γνωρίσουμε καλύτερα ἕνα ἄνθρωπο, μὲ πολὺ θελκτικὴ ἐξωτερικὴ ὀμορφιά, πόσο ἀπογοητευόμαστε γιὰ τὸν ψεύτικο ἑαυτό, ποὺ ἔδειχνε καὶ μᾶς καταγοήτευε!
Καὶ τί παράξενο! Ὅλοι τοῦτοι, οἱ ἐξωτερικὰ ὡραῖοι, αὐτοὶ μὲ τὴν μεγάλη φήμη καὶ δόξα, ὅσο πιὸ πολὺ «φαίνονται» καὶ «ἀκούγονται», τόσο πιὸ ἄδειοι εἶναι! Συμβαίνει δηλαδὴ αὐτὸ ἀκριβῶς, ποὺ λέει ἡ παροιμία: «Οἱ ἄδειοι τενεκέδες κάνουν τὸν πολὺ θόρυβο, οἱ γεμάτοι κανένα»! Ὁπότε, ἐνεργώντας κανεὶς σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ αὐτή, κάνει τὰ πάντα γιὰ τὴν εἰκόνα του πρὸς τὰ ἔξω. Κι ὄχι μόνο δὲν κάνει κάτι γιὰ τὸ μέσα, δηλαδὴ τὴν ἴδια του τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ψυχή του, ἀλλὰ τὰ θυσιάζει κιόλας αὐτά, γιὰ νὰ ἐπιτύχει τούτη τὴν εἰκόνα του πρὸς τὰ ἔξω!
Τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Δὲν θέλω πολλά, ἀλλὰ πολὺ νʼ ἀξίζω ὁ ἴδιος». Καὶ νὰ πῶς τὸ ἐξηγεῖ αὐτό. «Τί ἀξία ἔχει, ἂν ἔχεις πίθηκο, ἀνθρωπόμορφη ντροπή, μὲ τὸ λαιμὸ γεμάτο χρυσὰ περιδέραια; Γιατί τὰ στολίδια δὲν ἀλλάζουν τὴν κούφια καὶ γελοία ὄψη. Καὶ τί ἀξία ἔχει γιὰ τὸ γάϊδαρο νὰ σηκώνει δεκάδες χρυσάφι; Ὁ γάϊδαρος καὶ βουτηγμένος νὰ εἶναι στὸ χρυσάφι θὰ γκαρίζει πάλι. Οὔτε ἔχει ἀξία ξίφη καμωμένα ἀπὸ μολύβι νὰ τὰ κρύβεις σὲ ἀσημένιες θῆκες, ἀφοῦ εἶναι στὸν πόλεμο ἄχρηστα. Τέτοιος εἶναι ὁ θνητός, ὅταν ξεχωρίζει μόνο ἀπʼ ἔξω». Σοφότατο!
* * *
Τί νὰ πρωτοαναφέρει κανεὶς ὡς παράδειγμα; Τοὺς «στὰρ» ὅλων τῶν εἰδῶν, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς, τῆς μουσικῆς, τοῦ θεάτρου, τοῦ ἀθλητισμοῦ, τοῦ κινηματογράφου; Τὴν τόσο καλοστημένη παγίδα τῆς μόδας καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ὀμορφιᾶς; Ἢ τὸν «κόσμο» τοῦ διαδικτύου, ἰδιαίτερα δὲ τῆς λεγόμενης «κοινωνικῆς δικτύωσης»; Ἐκεῖ ὅλα τους καταλάμπουν, διακατέχονται ἀπὸ ἐξωπραγματικὴ ὡραιότητα, ἐνῶ στὴν οὐσία μπορεῖ νὰ μὴ εἶναι καὶ τίποτε ἀπολύτως!
Μάλιστα στὴν λεγόμενη «κοινωνικὴ δικτύωση», γιὰ νὰ σταθοῦμε σ᾽ αὐτὴν λίγο, προβάλλεις ὅσο τίποτε ἄλλο τὸν ἑαυτό σου, τὸ πόσο σπουδαῖος εἶσαι, καὶ τὸ πόσο καλὰ περνᾶς, ὅταν ὄχι μόνο δὲν εἶσαι τίποτε, ἀλλ᾽ εἶσαι καὶ μοναχικός, καταθλιπτικὸς καὶ πνευματικὰ πολὺ πεσμένος!
Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τοὺς ἠλεκτρονικοὺς «φίλους». Τὸ ὅλο «σύστημα» σὲ βοηθάει πολὺ στὴν παραγωγὴ πολλῶν, μὰ πάρα πολλῶν, προκειμένου νὰ φαίνεσαι ὅτι τάχα εἶσαι δημοφιλής, ὅτι δῆθεν ἔχεις μεγάλη κοινωνικὴ ἀξία, ἐκεῖ ποὺ γνωρίζεις πολὺ καλὰ πὼς δὲν ἔχεις κανένα φίλο πραγματικό! Πῶς φαίνεται ἀπʼ αὐτὸ πεντακάθαρα πὼς ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ «εἶναι», ἀλλ᾽ ὅλα γίνονται γιὰ τὸ «θεαθῆναι»!
Ἔγραψε κάποιος σὲ ἱστοσελίδα τοῦτα τὰ ὑπέροχα: «Δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω πῶς τὸ 90% τῶν χρηστῶν τοῦ διαδικτύου, ποὺ γνωρίζω, εἶναι ψαγμένοι, μορφωμένοι, ἰδεολόγοι, προβληματισμένοι, ὡραῖοι σὰν χαρακτῆρες, πρότυπα πολιτῶν (σύμφωνα πάντα μὲ ὅσα γράφουν) κι ὅταν περπατάω στοὺς δρόμους διαπιστώνω πὼς εἴμαστε ὅλοι ἕνα μάτσο χάλια»! Ἀκριβῶς σʼ αὐτὴ τὴν ἄθλια κατάσταση δὲν εἶναι στημένη ὅλη ἡ βιομηχανία τῆς ὀμορφιᾶς; Καλλιεργεῖ μ᾽ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο κι αὐτή, τούτη τὴν κυριαρχία τοῦ «φαίνεσθαι».
Ἀκόμη δὲ καὶ οἱ πωλήσεις τῶν πανάκριβων πολυτελῶν ἐπωνύμων προϊόντων μόδας καὶ ὀμορφιᾶς, ἐπ᾽ αὐτοῦ στηρίζονται. Γιατί οἱ περισσότεροι θέλουν νὰ «φαίνονται» ἀκόμη καὶ μὲ τὴν βαρύγδουπη ἐτικέτα τῆς μάρκας, ποὺ φοροῦν! Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν γένει καταναλωτικὰ προϊόντα πῶς προωθοῦνται στὴν ἀγορά, μέσα ἀπὸ τὶς διάφορες διαφημιστικὲς καμπάνιες; Μὰ μὲ τὴν λογικὴ πὼς σὲ κάνουν «ξεχωριστὸ» ἀπὸ τοὺς ἄλλους!
Στὴν ἴδια βάση εἶναι χτισμένη καὶ ἡ ἐπιτυχία στὴ ζωή. Ἐπιτυχία δὲν εἶναι τὸ πνευματικό σου ἀνέβασμα, ἀλλὰ τὸ ἐξωτερικό σου «προφίλ». Τὸ σπίτι, τὸ αὐτοκίνητο, ἡ ἐνδυμασία, οἱ διασκεδάσεις σου... Τέτοια! Τί ματαιότητες! Τί κατάπτωση!

Παιδιά, θὰ τὸ πῶ καθαρὰ καὶ μὲ δυὸ λέξεις: Ὅσο θὰ δίνουμε βάση στὸ «φαίνεσθαι», τόσο θὰ χάνουμε στὸ «εἶναι». Σκεφτεῖτε το...

Saturday, August 4, 2018

Η Ελλάδα είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας ( Γέροντας Αμφιλόχιος )

Η Ελλάδα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους.
 Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική, την όποια καλλιέργησαν αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων.
 Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού.
Γέροντας Αμφιλόχιος

Tuesday, July 31, 2018

Αν σκεφτόμασταν τι χάνουμε, τι μας κάνει ο διάβολος, θα κλαίγαμε μέρα-νύχτα. ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Με την μεμψιμοιρία μας και τα χαζά μας τα χάνουμε όλα και ζημιωνόμαστε το Θείο Μεγαλείο.
Αν σκεφτόμασταν τι χάνουμε, τι μας κάνει ο διάβολος, θα κλαίγαμε μέρα-νύχτα.
Επειδή λοιπόν κάθε μέρα μας ρίχνει στην μεμψιμοιρία, θα σας πω κάτι, αν και ήθελα να το νοιώθω μόνη μου και να το βλέπω. Αυτό είναι πολύ σοβαρό και να το τυπώσετε. Ο Θεός δεν το δίνει στον τυχόντα, αλλά στον προεστώτα για να βάλει σωστή γραμμή. Και τα παρουσιάζει αυτά ο Θεός για να μη κολασθούμε, γιατί ξεφύγαμε πάρα πολύ... Αυτά τα δείχνει ο Θεός επειδή είναι τέτοια η θέση μου για να μπορέσω να σας κυβερνήσω.
Μ' αυτήν την μεμψιμοιρία, τα γέλια, τις χειρονομίες, ξεφύγαμε πολύ και χάνουμε τις ώρες μας και τυλίγεται το βιβλίο και βλέπεις στα πρόσωπα μας μια δαιμονική μορφή.
Αυτό πού θα σας πω είναι πράγμα αισθητό - πνευματικό. Το βλέπω με την ψυχή μου.
Αυτό είναι πράγμα πνευματικό πού δεν μπορείτε να το νοιώσετε.
Βλέπω ένα βόδι απ' τα μεγαλύτερα πού υπάρχουν στον κόσμο, ένα βόδι με κάτι μάτια γουρλωμένα και φλογισμένα κι έχει μια φουστανέλα με γαζί κι αυτή η φουστανέλα του είναι όλο βελόνια και βλέπεις την μια την τραυματίζει στο κεφάλι και πέφτει κάτω -έτσι τα βλέπω, τα λέω για να διορθωθούμε για την αγάπη του Χριστού την άλλη την τραυματίζει στα πόδια της, δεν μπορώ να κάνω εκείνο, το άλλο, είναι του διαβόλου αμέλεια.
Να μην κάνουμε προσευχή, να μη σηκωθούμε να πάμε το πρωί στην εκκλησία, να μην πάμε στην ώρα μας στην ακολουθία, να χάνουμε τα πνευματικά μας, για να γίνει το κέφι του διαβόλου....

Γερόντισσα Μακρίνα

Saturday, July 28, 2018

Η Παναγία μητέρα μας. ( Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός )

Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεως τους στο θέμα της σαρκώσεως τού Θεού Λόγου. Εκείνο δε πού προσφέραμε εμείς, η ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ’ εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.
Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πώς ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρέτηση έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό πού έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρη την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πή κανείς ότι έματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας· έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως, δεν θα έγίνετο.
Αυτό το επίτευγμα πού η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο πού έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθή. Διεθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσωμε, τρόπον τινά, τήν θείαν αγάπη για να μας πλησίαση.
Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχη ίδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε ‘μάς.
Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρωπινή φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ο,τι είχε, αυτή του το έδωσε όλο, αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με την σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέση η ανθρώπινη φύση.
Διότι να την μεταβάλη σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την έθέωσε στο σημείο εκείνο πού, κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπη τίποτα.
Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. Διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, πού απεκτήσαμε τον εναθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αύτού».
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα, πού εορτάζει την έξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξη της. Την παρουσιάζει στην θέση της μητρότητος πλέον και τιμά την προσφορά της, πού συνήργησε σαν κανένας άλλος στο ύπέρτατον αυτό μυστήριο.
Και κοιτάξετε με ποιά σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα έκ των δύο όντων πού έδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθή σ’ αυτή την άγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητος, ούτως ώστε το όργανο της απωλείας και της απάτης να γίνη τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνη, αλλά να παραμείνη στον αιώνα.
Στην θέση πού ευρίσκεται τώρα η Δέσποινα μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον, απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιάφθορου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, έφ’ όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή.
Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινα μας Θεοτόκος με το άδιάφθορον της αγνότητας της, ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια.
Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά «υπέρ πάντων ημών» να παραδώση Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινας μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται ολόκληρος η προσωπικότης, ολόκλη¬ρος η θέση της τελείας μητρότητος.
Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ’ αυτόν τον θρόνον της Χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ίκετεύομε και είναι αδύνατο να μην μας άκούση. Είναι αδύνατον διότι πώς γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;
Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρύσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας έξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητος του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή.
Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η όργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρί¬σκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητος;
Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ίσταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχομε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας έν Θεώ, κανένα αίτημα μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν, Διότι, όταν τρέχωμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να άρνηθή, δεν θέλει να το κάνη.
Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται η ελαχίστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι, έχοντας την Δέσποινα μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ’ ότι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνομε κάθε πρόβλημα μας και στο παρόν και στο μέλλον.
Άρα λοιπόν τί απόκειται σε ‘μάς;
Να έρευνήσωμε βαθύτερα την υιϊκή μας πλέον κατάσταση απέναντι της, να την όγαπήσωμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο διότι, είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι, πλέον γι’ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της.
Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχομε πείρα, να πλησίαση η ιδανική μητέρα τον ίδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της άρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.
Εκείνο το όποιο απομένει σε μας είναι να έρεθίσωμε μέσα μας ο,τιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και ο,τιδήποτε άφορα αυτό, στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκληση της, στην επίκληση της, ακόμα και σε κάθε άλλο το οποίον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.
Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η άγνότης, γι’ αυτό λέγεται Αειπάρθενος.
Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν έγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός αλλά και μέσα στην αγνότατη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον άγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Άειπάρθενος.
Στους νέους, στους άγαμους, στους μοναχούς, πού το κέντρο της ιδιότητος τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τιμήση, ας κάνη περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητα του. Να πώς δοξάζεται αυτή.
Το δεύτερο στοιχείο πού την χαρακτηρίζει αν και είναι πλήρης από αρετές είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, εύρήκες χάριν από τον Θεό και σύ θα γίνης μητέρα του Θεού», δεν ύπερηφανεύθη και να σκεφθή· «ώστε λοιπόν, εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;»
Άλλά απάντησε ταπεινά. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Άμέσως τώρα, τί προστάζεις, Κύριε μου; Έτοιμη είμαι».
Βλέπετε με ποιό χειρισμό; Με δυο απλες λέξεις, με δυο απλες κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη την δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή. Αυτές οι αρετές είναι και για μας οι βάσεις. Διότι αυτές συγκροτούν το κεφάλαιο της ιδιότητος μας της πρακτικής για μας τουλάχιστον τους μοναχούς μέσω του οποίου και προσωπικά θα κρατήσωμε την μοναχική μας ιδιότητα, αλλά και στους συνανθρώπους μας και στην Εκκλησία θα φανούμε ποίοι είμεθα και θα δώσωμε το παράδειγμα και την γραμμή πλεύσεως στο υπόλοιπο χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Όποιος λοιπόν θέλει να τιμήση την Πανάχραντο μας Δέσποινα και να την προκαλέση να σκορπίση πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήση αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή. Όσο για την αγνότητα, δεν θα μιλήσω, διότι άλοίμονο αν δεν ύπάρχη στον μοναχό άγνότης! Τότε χάθηκαν όλα τα κεφάλαια!
Και σεις λοιπόν, εκεί πού εύρίσκεσθε, μπορείτε να πήτε έναν δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της. Φέρτε στα χείλη σας την εύωδία του ονόματος της.
Είδατε τί είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύη για τον εαυτό της, ότι: «Ιδού γάρ από του νύν μακαριούσι με πάσαι αί γενεαί».
Αυτό της το φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πή. Εδανείσθη τα χείλη της η ένοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ενας μουσουργός πού κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέη μέσα της ταπεινά: «Ιδού γάρ από του νύν μακαριούσι με πάσαι αί γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».
Βέβαια μεγαλεία! Έφ’ όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τί άλλο μπορούσε να γίνη; Μία ακτίνα Χάριτος, μία μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρη σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ’ αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος.
Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.
Αυτά ήθελα να ενθυμίσω σήμερα στην αγάπη σας και να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι της δικής της αγάπης. Διότι έχομε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αειμνήστου μας Γέροντα, πού τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε.
Ήταν αδύνατον, αν ήταν εδώ ο αείμνηστος και άκουγε αυτά, να μην χύση άφθονα δάκρυα. Μόνο πού άκουγε το όνομα της, σκιρτούσε σαν μωρό! Άλλά του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φύγη την ήμερα πού και αυτή έφυγε από τον κόσμον αυτόν.
Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και ‘μάς. Αμήν.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.

Tuesday, July 24, 2018

Οι τρεις σωματικές κινήσεις ( Γεροντικό )

Είπε ο αββάς Αντώνιος:
 “Νομίζω πώς το σώμα έχει μία φυσική κίνηση που έχει γίνει ένα μ΄αυτό, αλλά δεν ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση της ψυχής, σημειώνει μόνο στο σώμα μια απαθή κίνηση. Υπάρχει όμως και άλλη κίνηση που προέρχεται από το ότι τρέφουμε και περιποιούμαστε το σώμα με φαγητά και ποτά. Και η θερμότητα του αίματος που οφείλεται σ΄αυτά, διεγείρει το σώμα σε ενέργεια.
Γι΄αυτό και έλεγε ο Απόστολος: “Μη μεθάτε με κρασί που οδηγεί στην ασωτεία”.
Αλλά και ο Κύριος, όταν έδινε εντολές στους μαθητές του, είπε: “Προσέχετε μη σκληρύνουν οι καρδιές σας μέσα στην κραιπάλη και στη μέθη”.
Υπάρχει όμως και μια άλλη κίνηση σ΄αυτούς που αγωνίζονται πνευματικά. Αυτή προέρχεται από την δολιότητα και τον φθόνο των δαιμόνων. 

Ώστε πρέπει να γνωρίζουμε ότι τρεις σωματικές κινήσεις υπάρχουν. Μια η φυσική, η άλλη από απροσεξία στις τροφές και η τρίτη από τους δαίμονες”.
Γεροντικό

Friday, July 20, 2018

Με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής... ( Άγιος Ιουστίνος Ποπόβιτς )

Με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής που προσθέτετε μαγιά στην ζύμη της ψυχής και του σώματός σας, η οποία σταδιακά επεκτείνεται και γεμίζει την ψυχή μέχρι να έχει διεισδύσει καλά και καθιστά αυξηθεί με την αλήθεια και την δικαιοσύνη του Ευαγγελίου.

Άγιος Ιουστίνος Ποπόβιτς

Monday, July 16, 2018

Πώς προσευχομαστε με το Κομποσχοίνι ( Γέροντας Παπαχαραλάμπης )



Αγαπητοί μας αδελφοί,

Σαλπίζουμε εγερτήριο σάλπισμα.

Οι εχθροί μας δαίμονες δεν κοιμούνται και εργάζονται ακατάπαυστα να μας ρίξουν στις αμαρτίες και εξ αιτίας αυτών και των παθών μας στα βάθη της κολάσεως. Με άλλο τρόπο δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε παρά μόνον, με την προσευχή. Η ανάγνωση πνευματικών βιβλίων είναι καλή και ωφέλιμη. Η ανάγνωση ή παρακολούθηση των ακολουθιών της Εκκλησίας μας, βοηθούν όσους έχουν την δυνατότητα να τα κάνουν.

Για τους πολλούς όμως ένας τρόπος που μπορεί να αντικαταστήσει τους άλλους τρόπους προσευχής, είναι με το κομποσχοίνι. Σε κάθε κόμπο επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου Ιησού, λέγοντας την σύντομη ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με», ή απλώς: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Θα αρχίσεις με το: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν». «Δόξα σοι ο Θεός», «Βασιλεύ ουράνιε», «Τρισάγιον», «Παναγία Τριάς», «Πάτερ ημών». Τον Ν' ψαλμό. Μία σύντομη αυτοσχέδια προσευχή μια φορά την ημέρα με σύντομη δοξολογία, ευχαριστία, εξομολόγηση, αίτηση αφέσεως των αμαρτιών σου, ενισχύσεώς σου και των εν Χριστώ αδελφών σου στον αγώνα τον καλό και προσευχή με κομποσχοίνι όπως παρακάτω:

Α. Εσπερινός με κομποσχοίνι ή με το ρολόι χωρίς κομποσχοίνι (κομποσχοίνι των 300 κόμπων = τρακοσάρι, κομποσχοίνι των 100 κόμπων = εκατοστάρι).

Τρία τρακοσάρια του Χριστού ή 15 λεπτά με το ρολόι. Ένα τρακοσάρι της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόϊ. Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ημέρας ή 2 λεπτά με το ρολόϊ. Ένα εκατοστάρι του Αγίου της Ενορίας ή 2 λεπτά με το ρολόι. Ένα εκατοστάρι του Αγίου της εβδομάδος ή 2 λεπτά με το ρολόϊ.

Β. Απόδειπνο Το ίδιο ως ο Εσπερινός με επιπλέον 2 τρακοσάρια της Παναγίας ή 10 λεπτά με το ρολόι και ένα εκατοστάρι του Αγίου Αγγέλου ή 2 λεπτά με το ρολόι.

Γ. Μεσονυκτικόν Τέσσερα τρακοσάρια του Χριστού ή 20 λεπτά με το ρολόϊ και ένα τρακοσάρι της Παναγίας ή 5 λεπτά.

Δ. Όρθρος Εννέα τρακοσάρια του Χριστού ή μία ώρα με το ρολόι, τρία τρακοσάρια της Παναγίας ή 15 λεπτά με το ρολόϊ. Από ένα εκατοστάρι του Αγίου της ημέρας, της ενορίας και της εβδομάδος ως στον Εσπερινό ή δύο λεπτά και επιπλέον ένα τρακοσάρι των Αγίων Πάντων ή 5 λεπτά με το ρολόι.

Ε. Θεία Μετάληψη Τέσσερα τρακοσάρια του Χριστού ή 20 λεπτά και ένα τρακοσάρι της Παναγίας ή 5 λεπτά.

ΣΤ. Παράκληση στον Χριστό, την Παναγία ή σε Άγιο. Δύο τρακοσάρια ή δέκα λεπτά.

Ζ. Ώραι 1η, 3η, 6η και 9η έξι τρακοσάρια του Χριστού η μισή ώρα και δύο τρακοσάρια της Παναγίας η δέκα λεπτά.



Αν δεν έχεις πολλή ελεύθερη ώρα ταξιδεύοντας στο λεωφορείο ή οπουδήποτε βρίσκεσαι, αντί να κουβεντιάζης με τον ένα ή τον άλλο, κοίταξε το ρολόϊ σου, κλείσου στον εαυτό σου και λέγε την ευχή όπως είπαμε πιο πάνω.

Με τη συνήθεια, την ασταμάτητη προσοχή και την αδιάλειπτη προσευχή γίνεσαι δύσκολος στόχος του πονηρού. Μαζί με αυτά η καλλιέργεια της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της πίστης, της συμπόνοιας, της κατανύξεως, της αυτοκατηγορίας, της ελπίδας στον Θεό, της τακτικής εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας, αποκτάς ένα γερό οπλοστάσιο και καθιστάς τον εαυτό σου θωρακισμένο με την Χάρη του Θεού και σχεδόν απρόσβλητο από τα θανατηφόρα βέλη του διαβόλου. Ο Κύριος είπε: «Άνευ εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Γι αυτό γνωρίζοντας την ασθένειά σου ταπεινώσου, και έχε στον Θεό την ελπίδα σου για να μην καταισχυνθής και δόξαζε τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.



Στα κομποσχοίνια:

Του Χριστού λέμε: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.

Της Παναγίας λέμε: υπεραγία Θεοτόκε σώσον με.

Του Αγίου της ημέρας: Άγιε πρέσβευε υπέρ εμού.

Του Αγίου της ενορίας: Άγιε πρέσβευε υπέρ εμού.

Του Αγίου της εβδομάδος*: Άγιε Πρέσβευε υπέρ εμού.

Για τον Άγγελο φύλακα: Άγιε Άγγελέ μου φύλαξόν με.



*Δευτέρα: Άγιοι Αρχάγγελοι πρεσβεύσατε υπέρ εμού.

Τρίτη: Βαπτιστά του Χριστού πρέσβευε υπέρ εμού.

Τετάρτη και Παρασκευή: Σταυρέ του Χριστού σώσον με τη δυνάμει σου.

Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι πρεσβεύσατε υπέρ εμού και Άγιε Νικόλαε πρέσβευε υπέρ εμού.

Σάββατο: Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού.

Κυριακή: Παναγία Τριάς (Ο Θεός) ελέησόν με.


Γέροντας Παπαχαραλάμπης, Προηγούμενος

Ιερά Μόνη Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους

Saturday, July 14, 2018

Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. ( Ἅγιος Νεκτάριος )

Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. Μὴν ἀπελπίζεστε, ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. Πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικιοῦνται. Τίποτα νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει.


Ἅγιος Νεκτάριος

Wednesday, July 11, 2018

Η ψυχή που αγωνίζεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ( Γεροντικό )

Ο αββάς Παλλάδιος είπε:
  Η ψυχή που αγωνίζεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πρέπει ή να μαθαίνει σωστά όσα δεν ξέρει ή να διδάσκει με σαφήνεια όσα έμαθε.
 Αν δεν θέλει να κάνει τίποτε από τα δύο, τότε δεν είναι καλά. 
Γιατί η αρχή της αποστασίας βρίσκεται στην έλλειψη της διδαχής και στην ανορεξία του θείου λόγου, πού τον πεινάει πάντα η φιλόθεη ψυχή.

Από το Γεροντικό 

Saturday, July 7, 2018

Άσχημα όνειρα ( Άγιος Παΐσιος )


Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα.
Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρεθεί, όταν ξυπνήσει. Γι’; αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία.
Να κανείς τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα-δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας.
Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.
-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;
-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο. Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.
Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου. Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε: «Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις.
Τα’; ακούς; Θα πεθάνεις». Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατο του, θα του το πει μα καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, γι’; αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τ’; ακούς; Θα πεθάνεις»!
-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;
-Καλύτερα, ξυπνάει …;Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.
-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;
-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά. Γι’; αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία. Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό.
«Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει! Ήταν μέσα στα λιοντάρια, παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν. Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό, κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός;». Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα
-Καλύτερα που δεν βλέπουν! δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια, ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες γιατί καταργείται ο χρόνος. Να, από αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς το ψαλμικό: «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε».



Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης